Σάββατο 24 Ιουλίου 2010

Ο αρχαίος Ελληνικός Μονοθεϊσμός




Του Μιχαήλ Γ. Χούλη, θεολόγου


Ο Θεός, ως "Φως Αληθινό", σε κάποιο βαθμό "φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον" (Ιωάννης 1/α: 9). Και από τον φωτισμό αυτό, δεν εξαιρέθηκαν ούτε οι Εβραίοι (δια των προφητών τους), αλλά ούτε και οι Έλληνες (δια των Φιλοσόφων τους). Γι' αυτό και παρά την Πολυθεϊστική άγνοια του αρχαιοελληνικού πλήθους, κάποιοι Φιλόσοφοι ανάμεσά τους, προσέγγισαν σωστά τον Θεό, ως ΕΝΑΝ. Βεβαίως η Χριστιανική αλήθεια δεν είχε ακόμα αποκαλυφθεί στον άνθρωπο από τον Ίδιο τον Θεό. Γι' αυτό και οι αρχαίοι μας πρόγονοι δεν είχαν ακόμα συλλάβει την απόλυτη διάκριση μεταξύ κτιστού κόσμου και Ακτίστου Θεού. Ο Μονοθεϊσμός τους, ήταν κυρίως Πανθεϊστικού χαρακτήρα, για την πλειονότητα των Φιλοσόφων, εφ' όσον συνέχεαν την Θεϊκή Ουσία με την ουσία των κτισμάτων και θεωρούσαν τα κτίσματα ως "απόρροια" της Ουσίας του Θεού. Παρ' όλα αυτά, δεν παύει να εντυπωσιάζει το μέγεθος της οξύνοιάς τους, να μιλούν για "Έναν Θεό", σε μια τόσο σκοτεινή εποχή, κατά την οποία ο απλός λαός ήταν δέσμιος των δαιμονίων του Πολυθεϊσμού, και των πολυθεϊστικών ιερατείων. Το ακόλουθο άρθρο του Μιχαήλ Γ. Χούλη, είναι χαρακτηριστικό αυτής της οξύνοιας, των Μονοθεϊστών αρχαίων Φιλοσόφων, που ήταν τόσο μπροστά από την εποχή τους:

Από την πρώτη εμφάνιση της ελληνικής θρησκείας στο προσκήνιο της ιστορίας, ο οξυδερκής μελετητής διαβλέπει να υπάρχουν δύο κατευθύνσεις: Μια μονοθεϊστική και μια πολυθεϊστική. Είναι λάθος λοιπόν να προσπαθούν ορισμένοι να αποδείξουν μόνο πολυθεϊστική την θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων και να μισούν τον μονοθεϊσμό, διότι έτσι μισούν και την αρχαία Ελλάδα. Οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι ήδη από τον 6ο π.Χ. αιώνα καλλιέργησαν μονοθεϊστικές αντιλήψεις. Θα προσπαθήσουμε παρακάτω να αναλύσουμε συνοπτικά την μονοθεϊστική αυτή συνεισφορά των αρχαίων Ελλήνων σοφών, που προετοίμασαν, έστω και σκιωδώς, την είσοδο του Χριστιανισμού στην ιστορία ως μοναδικής αλήθειας του σύμπαντος κόσμου.

Ο σπουδαίος θρησκειολόγος, αείμνηστος Λεωνίδας Φιλιππίδης, στο μεγαλειώδες έργο του ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ αναφέρει χαρακτηριστικά αποσπάσματα της Ορφικής Θεολογίας, δια της οποίας εξαίρεται η μοναδικότητα ενός Θεού και έμεσσα και το Τριαδικόν αυτού, πολύ πριν ο Όμηρος παρουσιάσει στα έξοχα επικά του ποιήματα την πολυθεΐα της αρχαίας Ελλάδος. Χαρακτηριστικά είναι τα κάτωθι σημεία και χωρία της ορφικής θεολογίας (αντλημένα από την προαναφερθείσα μελέτη):

Εις δε Λόγον θείον βλέψας, τούτω προσέδρευε…

μούνον (μόνον) δ’ εσόρα κόσμοιο άνακτα

Εις εστ’ αυτογενής . ενός έκγονα πάντα τέτυκται,

Εν δ’ αυτοίς αυτός περιγίγνεσθαι . ουδέ τις αυτόν

Εισοράα θνητών, αυτός δε γε πάντας οράται….

Ουδέ τις εσθ’ έτερος χωρίς μεγάλου βασιλήος.

Αυτόν δ’ ουχ ορόω . περί γαρ νέφος εστήρικται….

Ούτος γαρ χάλκειον ες ουρανόν εστήρικται

Χρυσέω εινί θρόνω, γαίης δ’ επί ποσί βέβηκε…..

Ουρανόν ορκίζω σε Θεού μεγάλου σοφού έργον,

Αυδήν ορκίζω σε Πατρός, την φθέγξατο πρώτον

Ηνίκα κόσμον άπαντα εαίς στηρίξατο βουλαίς

Δηλαδή (σε ελεύθερη απόδοση): «Ένας υπάρχει Θεός, αυτός μόνος βασιλιάς του κόσμου, μέγας βασιλιάς, ένας και αυτογενής και κανείς άλλος εκτός απ’ αυτόν, που έχει τον ουρανόν θρόνο και τη γη χαλί για τα πόδια του. Ο ουρανός είναι ποίημα μεγάλου Θεού και σοφού, που δημιούργησε τα πάντα δια του Λόγου του».
Ο ένας αυτός Θεός ονομάζεται και Φάνης, γατί ακτινοβολεί το φως, και καλείται επίσης «Πρωτόγονος» γιατί δεν υπήρχε κάτι πριν απ’ αυτόν, αλλά απ’ αυτόν έγιναν τα πάντα, και πρώτος αυτός εκ του απείρου υπήρξε και εφάνη προαιωνίως. Χαρακτηρίζεται: αληθής, υπέρχρονος, αθάνατος, αυτόζωος, αυτοπάτωρ, «δια της μιας αυτού τριωνύμου δυνάμεως (βουλή, φως και ζωοδοτήρ) τα πάντα δημιουργήσας, ορατά και αόρατα, αρχή μέσον και τέλος, μόνος του κόσμου άναξ, δαίμονες ον φρίσσουσι, τα πάντα βλέπων αυτός, αλλ’ αόρατος εις τους θνητούς, τω νω μόνον ορατός, ο νους ο νοητός και το αποστίλβον φως το νοητόν….
Και συνεχίζει ο σοφός καθηγητής την έρευνά του λέγοντας ότι Ζεύς δεν είναι μόνο το όνομα του υψίστου των θεών του ομηρικού πανθέου, στον οποίον εκδηλώνεται η υπέρ των πολλών θεών μονοθεϊζουσα ανάταση και έξαρση της αρχαιοελληνικής θρησκευτικότητας προς τον υπέρθεο Ένα . ούτε είναι Ζεύς ένα όνομα μεταξύ πολλών για να διακρίνεται απ’ αυτούς, δεν είναι στοιχείο του πολυθεϊσμού, όπως εκ πρώτης όψεως συμπεραίνεται. Ζεύς-Δεύς είναι ήδη από την προομηρική πρωτοελληνική εποχή κάτι πολύ περισσότερο και ασυγκρίτως υπέρτερο: Είναι η ανώνυμη έκφραση της ουσίας του Υπέρτατου Όντος, ενός και μόνου Θεού, είναι δηλαδή στοιχείο μονοθεϊζουσας πίστης. Δεύς είναι ο ύψιστος Θεός της παναρχαιότατης περί τον Δωδωναίον χώρον πρωτοελληνικής περιόδου, ο πολιτισμός της οποίας ακτινοβολεί σε όλο το μεσογειακό χώρο… Την ανώνυμη αυτή υπέρθεο έννοια συναντάμε και στον πολύ μεταγενέστερο του πρωτοελληνικού Κρητομυκηναϊκό πολιτισμό της προομηρικής περιόδου, αλλά αποδίδεται εκεί σε θηλυκή θεότητα ανώνυμη, προς υπογράμμιση της δημιουργικής και γονιμοποιού δυνάμεως του θείου.
Η λέξη Ζεύς ή Δεύς (Deus) είναι ο προομηρικός (πρωτοελληνικός) τύπος της λέξεως Θεός, κοινή σε όλους τους Αρίους (=ευγενείς) λαούς της Ινδοαρίας ή Ινδοευρωπαϊκής ιαπετικής οικογένειας, η αρχικά ύψιστη θεότητα των αδιαιρέτων (ακόμη) Αρίων, από τη ρίζα div – diF (πρβλ. λέξεις: dies, δίος, ευ-δία), που σημαίνει φως. Σημαίνει μάλιστα: Φαέθων, πάμφωτος, Αυτόφως, πηγή φωτός. Οι αρχαίοι Ινδοί καλούσαν αυτόν : Djaus, Dyaus, din-am, ήτοι φέγγειν, φεγγοβόλος ουρανός, βεδιστί: deva, ιρανιστί: daeva, λατινιστί: Jovis, Jupiter, πρωτοελληνιστί: διος, αιολιστί: Δεύς, αρχαιοελληνιστί: Θεός, ελληνιστί: Ζεύς και ‘Ζεύς πατήρ’. Οι έννοιες επομένως Θεός – Φως είναι κοινές και απαντώνται σε όλους τους λαούς.
Στην αρχαία εβραϊκή θρησκεία έχουμε συνάρτηση Θεού και φωτός σε πάρα πολλά χωρία. Αναφέρουμε μόνο ότι ο Θεός καλείται και Αδονάγ, που παράγεται από τη ρίζα ‘’δ’’: αδά ή ‘’ζ΄΄: αζά (=αίθω, άζω) = λάμπειν, δηλαδή ο ακτονοβολών, ο αιγλοβόλος. Αυτή είναι ετυμολογικά και η σημασία της ρίζας της λέξης Κύριος, του ονόματος που χρησιμοποιούν οι Ο’ για τον Θεό.
Οι από το λαό θεωρούμενες στην μετέπειτα ομηρική θεολογία θεότητες είναι απλά και μόνο διαφορετικά ονόματα του Ενός Θεού, που φανερώνουν τις διάφορες ενέργειες και λειτουργίες αυτού σε διάφορες περιοχές της φύσης. Στην αντίληψη αυτή οφείλονται οι ακόλουθοι στίχοι της ορφικής θεολογίας: «Εις Ζεύς, εις Άϊδης, εις ΄Ηλιος, εις Διόνυσος, εις θεός εν πάντεσσι . τι σοι δίχα ταύτ’ αγορεύω;».
Ο Θαλής ορίζει τον Θεόν «νουν του κόσμου» και λέγει ότι είναι «πρεσβύτατον των όντων ο Θεός . αγέννητον γαρ», «μήτε αρχήν έχον μήτε τελευτήν».
Για τον Αναξίμανδρο ο Θεός είναι άπειρος, άναρχος, δεν έχει αρχή, αλλά είναι αρχή των άλλων. Είναι ακόμη αγέννητος και άφθαρτος. Το Θείον είναι «αθάνατον και ανώλεθρον», τα πάντα κυβερνών.
Ο Πυθαγόρας μπορεί να μνημονεύει διάφορους θεούς, όμως λέγει επίσης: «έστι τε Θεός και ούτος πάντων κύριος», «ένα και μόνον διδάσκει Θεόν είναι» κατά τον Ιάμβλιχον και Πορφύριον.
Ο Φιλόλαος ονομάζει τον Θεόν «αρχή πάντων» και περιγράφει, κατά τον Ξενοφάνη, τον Θεό έναν, αεί όντα, μόνιμον, ακίνητον, αυτόν εαυτώ όμοιον, άρχοντα.
Ο δε πυθαγόριος Θεωρίδας στο περί φύσεως σύγγραμμά του γράφει: «Μια δ’ άρα των όντων αρχά μεν όντως αληθινά, μια . κείνη γαρ εν αρχά τέ εστιν εν και μόνον».
Κατά τον Τίμαιον εξάλλου τον Λοκρόν «μία αρχά πάντων εστίν αγέννητος . ει γαρ εγένετο, ουκ αν ην έτι αρχά….» (Περί Φύσιος).
Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος αναφέρει: «εις Θεός, εν τε θεοίσιν και ανθρώποισι μέγιστος, ούτι δέμας θνήτοισιν ομοίοις ήδε νόημα». Ο Θεός είναι γι’ αυτόν ασώματος, αγέννητος και αθάνατος, αϊδιος. Θεοί που γεννιώνται και πεθαίνουν λέγει δεν είναι Θεοί. Ο Θεόφραστος πληροφορεί ότι ο Ξενοφάνης τον Θεόν «ένα μεν δείκνυσιν εκ του πάντων κράτιστον είναι…. το δε πάντων κράτιστον και άριστον θεός». Τέλος, ο Αριστοτέλης λέγει γι’ αυτόν ότι «πρώτος τούτων (των φιλοσόφων) ενίσας…εις τον όλον ουρανόν αποβλέψας το εν είναι φησί τον Θεόν». (Μετά τα Φυσικά 5, 986 β 18).
Ο Παρμενίδης αποδίδει στο ‘Ον – Παν’ ιδιότητες θείες και λέγει ότι «αγέννητον εόν και ανώλεθρόν έστι … ουδέ διαιρετόν έστι…. αυτάρ ακίνητον …έστιν άναρχον άπαυστον …. ανενδεές και τέλειον αλλά και πεπερασμένον». Η εξήγηση της οντολογίας του Παρμενίδη βρίσκεται στο ότι θεωρεί το Εν ως ουσιαστικό συστατικό των πολλών, το «εν Είναι» ως η ουσία των επί μέρους όντων, το Εν μόνον όντως Ον, ποιοτικώς διάφορον εκείνων, ουσία όλως άλλο… ‘Ολα τα άλλα είναι όντα καθόσον περιέχουν εντός των το Εν Ον. Το Ον υπάρχει ως Εν και Μοναδικόν καθ’ αυτό, τα δε όντα υπάρχουν όσο εμπεριέχουν το όλον και αμερές. Το Ον είναι η ουσία και τα όντα οι εκδηλώσεις και φανερώσεις αυτής της ουσίας. Η αλήθεια και τα φαινόμενά της.
Ο Ηράκλειτος ομιλεί για την ενιαία ουσία του κόσμου και για μια υπέρτατη αρχή του παντός. Από την οποία πηγάζει το ανθρώπινο δίκαιο. «Εκ πάντων εν και εξ ενός τα πάντα». «΄Εν πάντα είναι» αποφαίνεται. «Τρέφονται γαρ πάντες οι ανθρώπειοι νόμοι υπό ενός, του θείου…. νόμοις και βουλή πείθεσθαι ενός». Δέχεται ακόμη ως Αρχή των πάντων τον Λόγο. Ας θυμηθούμε το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, όπου αρχίζει ως εξής: «Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος». Από αφηρημένος λόγος, όπως τον δέχονταν οι αρχαίοι, πήρε στο Χριστιανισμό αποκαλυπτικά οντολογική υπόσταση.
Ο Εμπεδοκλής μιλάει κατ’ επανάληψη για μια παγκόσμια Αρχή, την οποία θεωρεί ως ενιαίο γενικό Νόμο, που εξουσιάζει στο σύμπαν. Ο Νόμος αυτός είναι εκδήλωση πρόνοιας Ενός Θεού που είναι αόρατος, απρόσιτος, νους όλος: «φρην ιερή και αθέσφατος έπλετο μούνον, φρόντισι κόσμον άπαντα καταϊσσουσα θόησιν». Απέρριπτε και αυτός, όπως και οι προηγούμενοι, τους ανθρωπόμορφους θεούς της λαϊκής θρησκείας …. «την υπέρ νουν αινιττόμενος αιτίαν».
Ο Δημόκριτος και ο Αναξαγόρας απέρριπταν τον πολυθεϊσμό και την ειδωλολατρία και ο μεν πρώτος ταύτιζε τους θεούς με φυσικές δυνάμεις (π.χ. Ζεύς=αέρας, Παλλάς=φρόνηση κ.λπ.), ενώ ο δεύτερος «έπειθε τους ομιλητάς μηδέ όλως είναι τινάς τους θεούς». Γι’ αυτό και οι Αθηναίοι τον κατεδίκασαν σε θάνατο εξαιτίας της ασέβειάς του. Θεωρεί ο Αναξαγόρας τον Νουν ως αίτιον της γενέσεως και κινήσεως των όντων, αίτιον της τάξεως και του κόσμου. «Νόος σε έστιν άπειρον και αυτοκρατές και μέμικται ουδενί χρήματι, αλλά μούνος αυτός επ’ εαυτού εστίν… πάντων νοός κρατεί….».
Ο Πρόδικος εθεωρούσε την πολυθεΐα ανύπαρκτη και ως προσωποποιήσεις στοιχείων και αντικειμένων της φύσεως: «πάντα τα ωφελούντα τον βίον ημών οι παλαιοί θεούς ενόμισαν δια των απ’ αυτών ωφέλειαν….».
Ο Ευήμερος θεωρεί όλους τους θεούς αποθεώσεις παλαιών ιστορικών προσώπων και, τέλος, από τους μεγάλους τραγικούς:
Ο Αισχύλος αναφέρει το Υπέρτατον Ον άλλοτε ως «θεόν», άλλοτε ως ‘Ζεύ’ (όμως ως έννοια ανώνυμη και απροσδιόριστη, τέλειου, υψίστου και πατέρα και όχι ως τον πατέρα των Ολυμπίων θεών). Τον ονομάζει «μέγα», «πάντων μέγιστο», «βασιλέα», «παντεπόπτη», «αήττητο» κ.λπ.
Με την ίδια έννοια ανευρίσκουμε τον Θεόν και στον Σοφοκλή, που τον ονομάζει «πατήρ Ζεύ», «ύψιστο», «ουράνιο», «εν θεοίς θεό», «αιώνιο Θεό», «πανταχού παρών μέγα αιθεροβάμων», «πάμφωτο υπέρθεο», «αθάνατον αιεν αρχά», «παντοδύναμο» και «αναίτιο κακών». Είναι ο «εις Θεός».
Ο Ευρυπίδης ασκώντας κριτική στην χονδροειδή αντίληψη που είχαν οι σύγχρονοί του για τους θεούς, αρνείται τις κακές ιδιότητες και πράξεις τους, το ότι κατοικούν σε ναούς, το ότι είναι σοφοί και δίκαιοι, και τους θεωρεί μάταιες δοξασίες. Απορρίπτει τις Ερινύες, και την μαντεία.
Τέλος η πίστη του Σωκράτη και του Πλάτωνα σε εκλεπτυσμένη Νοερά Αρχή, που διακοσμεί και κυβερνά τα πάντα και που καθοδηγεί τους ανθρώπους δια του «δαιμονίου» που εμβάλλει εντός τους, ενώ προνοεί για όλους και όλα και παραμένει ύψιστο Ον, είναι περισσότερον γνωστά και δεν θα εμμείνουμε περισσότερο. Χαρακτηρίζεται πάντως ο Θεός «Αυτοζωή» και «Πηγή πάσης ζωής» και η λατρεία του πρέπει να είναι «ανείδωλος», διότι είναι «άμορφος» και «ανώνυμος». Επιγραμματικά αναφέρουμε εδώ και τον Αριστοτέλη για τον οποίον ο Θεός, όπως φαίνεται στα Μεταφυσικά του, είναι αιώνιος, άϋλος, πνεύμα καθαρό και κυβερνά τα πάντα.
Παρόμοιες θρησκευτικές απόψεις είχε και ο Αντισθένης, ο οποίος έλεγε πως «το κατά νόμον είναι πολλούς θεούς, κατά δε φύσιν ένα», για να μείνουμε μόνο σ’ αυτούς (βλ. ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ…, Λ. Γ. Φιλιππίδου, Αθ. 1958, σελ. 52 κ.ε.).
Σε γνωστή μελέτη του ο Σεβ. Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας αναφέρει και τα εξής:
- Παραθέτει τον χρησμό του μαντείου του Κλαρίου Απόλλωνος ότι ο Θεός είναι αυτοδημιούργητος, αγέννητος, αδίδακτος, άφθαρτος, ανώνυμος, κατοικεί στο πυρ [ας θυμηθούμε την φλεγόμενη βάτο στην Π.Δ., την πύρινη στήλη προστασίας των Εβραίων, το καθαρό άκτιστο λευκό φως της Μεταμορφώσεως του Ιησού και τις πύρινες γλώσσες της Πεντηκοστής] και πως οι ελληνικοί θεοί ακόμη και ο Απόλλων (θεός του φωτός) είναι τμήματα του Θεού και απεσταλμένοι του στη γη.
- Ο Ερμητισμός σε ορισμένους από τους «λόγους» του είναι μονοθεϊκός. Ο Θεός εμφανίζεται αμετάβλητος, αγέννητος, Πατέρας, Αγαθός. Ζούμε χάρη στην ενέργεια και δύναμή του. Ο Λόγος είναι γιος του πρώτου Νοός ή Θεού. Ο Πρώτος Νους δημιούργησε κατ’ εικόνα και ομοίωσή του τον Πρώτο άνθρωπο. Οι δαίμονες, όντα διασκορπισμένα σε όλο τον κόσμο, κάνουν τους ανθρώπους να είναι ασεβείς και εγκληματικοί. Η αληθινή γνώση πραγματοποιείται με την άμεση θέα του Θεού, κατόπιν εκστάσεως. Ο άνθρωπος γίνεται τότε ίδιος θεός, αλλά θνητός. Η ψυχή ενώνεται με το Θεό, όπως και στον Πλωτίνο.
- Ο Επίκτητος ακόμη χρησιμοποιεί προσευχή μονοθεϊστική ως εξής: «Χρησιμοποίησέ με όπως θέλεις. είμαι σύμφωνος μαζί σου, σου ανήκω, οδήγησέ με όπου θέλεις…». Απευθύνεται δηλαδή σε προσωπικό Θεό.
- Ο Πλωτίνος δίδασκε ότι το ΈΝ, ο ΝΟΥΣ και η ΨΥΧΗ είναι τρεις υποστάσεις του ενός Θεού.
- Ο Ιάμβλιχος ως αρχή και αιτία του παντός δέχθηκε ένα μόνο Θεό, πηγή του Αγαθού, όπως και ο Πλάτωνας.
- Ο Πλούταρχος ορίζει το Θεό ως αγέννητο, άναρχο, αιώνιο, εκτός χρόνου υπάρχοντα. Πηγή του αγαθού, ως εν και ως ωραίο. Είναι ο Νους που όλα τα ρυθμίζει και διευθύνει. Μετά το θάνατο πίστευε ότι οι ψυχές περιπλανώνται στο διάστημα ανάμεσα στη γη και τη σελήνη, όπου υφίστανται τιμωρίες. Είχε ακόμη την ιδέα πως δαίμονες χρησίμευαν στα διάφορα μαντεία ως μεσάζοντες και ότι όσα μαντεία παρήκμασαν ήταν από την εγκατάλειψη των δαιμόνων τους (βλ. ΟΙ ΑΡΧΑΙΕΣ ΘΡΗΣΚΕΙΕΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ, Στ’ τόμος ‘Ιστορίας Ελληνικού Έθνους’, ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ)

Υπάρχει επομένως ισχυρότατη μονοθεϊστική παράδοση εξ αρχαιοτάτων χρόνων στον Ελληνισμό, στον οποίον «σπερματικώς», στοιχειωδώς και σκιωδώς αποκαλύφθηκε αρχικά η παντοδυναμία, η πανσοφία, η αιωνιότητα και οι προσωπικές ιδιότητες του ενός Θεού. Aρκετοί αρχαίοι Έλληνες σοφοί θεωρούνται ως προ Χριστού χριστιανοί και προφήτες του εθνικού κόσμου, διότι με την «σπερματική τους αυτή αλήθεια» προετοίμασαν έμμεσα, μαζί με τους λαμπρούς φάρους της αληθείας, τις προφητικές φωνές της Παλαιάς Διαθήκης, την είσοδο του Χριστιανισμού στην ιστορία.

[Από το βιβλίο της ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΣΥΡΟΥ «ΕΛΛΗΝΟΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΠΟΛΥΘΕΪΣΜΟΣ Ή ΕΛΛΗΝΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ;», Μιχαήλ Γ. Χούλη, Ερμούπολη Σύρου, Δεκέμβριος 2003].

Πέμπτη 15 Ιουλίου 2010

Αρχαία Ήλιδα

Το αρχαίο κράτος της Ήλιδας αναπτύχθηκε στην ΒΔ Πελοπόννησο, μακριά από τα μεγάλα αστικά κέντρα της υπόλοιπης Ελλάδας και ο ρόλος του στα στρατιωτικά και πολιτικά δρώμενα υπήρξε περιορισμένος. Παρέμεινε όμως στο προσκήνιο για μακρύ χρονικό διάστημα καθώς είχε αναλάβει την κηδεμονία του πανελλήνιου ιερού της Ολυμπίας και την άμεμπτη προετοιμασία και διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων.


Τα μέχρι σήμερα ανασκαφικά δεδομένα δείχνουν ότι η περιοχή της Ήλιδας κατοικιζόταν, έστω και ως μικρός αγροτικός οικισμός, από την Πρωτοελλαδική εποχή (περ.2800-2000π.χ.). Κατά τους μυκηναϊκούς χρόνους (περ. 1600-1100π.χ.) ήταν ένα από τα τέσσερα σημαντικότερα πολίσματα της περιοχής και οι κάτοικοί της, οι οποίοι αναφέρονται στην Ιλιάδα ως Επειοί, έλαβαν μέρος στον Τρωικό πόλεμο με αρχηγό τον Πολύξενο.
Η πόλη της Ήλιδας ιδρύθηκε όταν ο Όξυλος, ο οποίος είχε έλθει από την Αιτωλία τον 12ο αι. π.χ. με την κάθοδο των Δωριέων, συνένωσε όλα τα διάσπαρτα πολίσματα. Η αρχαία παράδοση επιβεβαιώνεται σήμερα από τα πλούσια ευρήματα υπό μυκηναϊκών, πρωτογεωμετρικών και γεωμετρικών χρόνων (περ. 1100-700π.χ) που βρέθηκαν στην περιοχή.
Ο Όξυλος ίδρυσε του Ολυμπιακούς Αγώνες όταν ενσωμάτωσε το Ιερό της Ολυμπίας στο κράτος της Ήλιδας. Οι αγώνες αναδιοργανώθηκαν τον 8ο αι π.χ από τον απόγονό του βασιλιά Ίφιτο, ο οποίος σύναψε συνθήκη με τους βασιλιάδες Λυκούργο της Σπάρτης και Κλεισθένη της Πίσας.
Με αυτή την "ιερή εκεχειρία" όλη η περιοχή της Ήλιδας κηρύχθηκε ιερή, εξασφαλίζοντας έτσι την ειρήνη και την επιτυχία των αγώνων. Από το 776 π.χ., όταν τελέστηκε η πρώτη Ολυμπιάδα, οι Ηλείοι είχαν αναλάβει την επίβλεψη του Ιερού της Ολυμπίας, την οποία έχασαν το 668 π.χ από του Πισάτες, για να την επανακτήσουν με τη βοήθεια των Σπαρτιατών το 580 π.χ.



Στη συνέχεια και μέχρι περίπου τα τέλη του 5ου αι. π.χ. η πόλη γνώρισε μεγάλη ακμή. Κύριο μέλημα του κράτους δεν ήταν τόσο τα πολιτικά και άλλα θέματα του δημοσίου βίου, όσο η οργάνωση των Ολυμπιάδων. Οι αγώνες ήταν πεντετηρικοί, δηλαδή τελούνταν μετά το κλείσιμο μίας τετραετίας, πιθανότατα στα μέσα Ιουλίου. Οι αθλητές ήταν υποχρεωμένοι από τους κανονισμούς να έλθουν στην Ήλιδα για προπόνηση ένα μήνα πριν την έναρξη των αγώνων. Μαζί τους κατέφθαναν φίλοι και συγγενείς, με αποτέλεσμα να συρρέουν στην πόλη εκλεκτοί ξένοι από την ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα καθώς και πλούσιοι άποικοι της Μικράς Ασίας και του Πόντου, της μεγάλης Ελλάδας και της Αφρικής.

Η βαρύτητα την οποία απέδιδαν οι Ηλείοι στη διοργάνωση των Ολυμπιάδων αντανακλάται και στην εικόνα της αγοράς της πόλης. Ο περιηγητής Παυσανίας (2ος αι, μ.χ), αναφερόμενος στην ηλειακή πρωτεύουσα, περιγράφει γυμνάσια, παλαίστρα, στοές, ναούς, ιερά και τεμένη, αλλά κανένα οικοδόμημα σχετικό με τον δημόσιο βίο. Τα κτήρια αυτά κοσμούσε πλήθος αγαλμάτων και γλυπτών από φημισμένους καλλιτέχνες της αρχαιότητας. Μεταξύ άλλων, αναφέρει το ναό της Αφροδίτης Ουρανίας με το χρυσελεφάντινο άγαλμά της, έργο του Φειδία, το υπαίθριο τέμενος της Αφροδίτης Πανδήμου, όπου υπήρχε ονομαστό χάλκινο άγαλμα της θεάς, έργο του Σκόπα, το ναό και το άγαλμα του Απόλλωνα Ακέσιου, το ναό των Χαρίτων με τα ακρόλιθα αγάλματά τους, το ναό του Σιληνού και το σύμπλεγμα του θεού με τη Μέθη.


Την περίοδο της μέγιστης ακμής του το ηλειακό κράτος αποτελούνταν από τέσσερις περιφέρειες: την Κοίλη Ήλιδα, δηλαδή την εύφορη πεδινή περιοχή στην οποία αναπτύχθηκε η πρωτεύουσα των Ηλείων, την Ακρώρεια, την Πισάτιδα και την Τριφυλία. Οι κάτοικοι ζούσαν σε ατμόσφαιρα ειρήνης, ευημερίας και ευνομίας.

Το πλούσιο έδαφος της περιοχής και το ήπιο κλίμα ευνόησαν την ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Εξάλλου, οι ονομασίες Ήλιδα και Ηλείοι (αρχαιότερα F άλις και F αλείοι) δήλωναν την κοιλάδα και τους κατοίκους αντίστοιχα.

Τα τελευταία χρόνια οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει 120 οικισμούς ενώ οι επιφανειακές έρευνες έχουν εντοπίσει άλλες περίπου 200 θέσεις. Οι περισσότερα από αυτές πρέπει να ήταν μικρά χωριά ή απομονωμένες αγροικίες. Μόνο η πρωτεύουσα Ήλιδα αναπτύχθηκε σε μεγάλο αστικό κέντρο. Ιδίως μετά την εγκαθίδρυση του δημοκρατικού πολιτεύματος και τον δεύτερο συνοικισμό της (471 π.χ), ενισχύθηκε σημαντικά και αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες και πολυπληθέστερες πόλεις της Πελοποννήσου. Η πόλη καταλάμβανε την περιοχή μεταξύ των σημερινών χωριών Παλιόπολη (ή Νέα Ήλιδα) στα ΝΑ, Μπουχιώτη (ή Αυγείον) στα ΝΔ, και Καλύβια στα Δ. Η αρχαία ακρόπολη βρισκόταν στο λόφο του Αϊ Γιάννη.




Σημαντικό ρόλο στη διαχείριση των κοινών της Ήλιδας έπαιξαν οι γυναίκες. Σύμφωνα με τον Παυσανία υπήρχε συμβούλιο δεκαέξι σοφών Ηλείων γυναικών, στις οποίες οφείλεται το έργο της συμφιλίωσης της Πίσας και της Ήλιδας, καθώς και ο Θεσμός της διοργάνωσης των Ηραίων. Επρόκειτο για πανελλήνιους αγώνες δρόμου κοριτσιών προς τιμής της θεάς Ήρας, οι οποίοι τελούνταν κάθε τέσσερα χρόνια, όπως και οι Ολυμπιακοί, αλλά σε διαφορετικές ημερομηνίες.
Από τα τέλη του 6ου αι. π.χ. η Ήλιδα είχε προβεί σε κοπή νομισμάτων, τα οποία κατά τους χρόνους της ακμής της συναγωνίζονταν σε καλλιτεχνία και ποικιλία εκτέλεσης εκείνα των άλλων ελληνικών πόλεων. Επίσης, λειτουργούσαν τοπικά εργαστήρια κεραμικής και χαλκοπλαστικής που παρήγαγαν έργα με έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα.




Η ευδαιμονία του ηλειακού κράτους οφειλόταν κατά μεγάλο μέρος στη μακρόχρονη συμμαχία του με τη Σπάρτη, η οποία καταλύθηκε κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου (431-404 π.χ.). Τον 4ο αι. π.χ. φάνηκαν τα πρώτα σημάδια της μελλούμενης παρακμής και των συμφορών για του Ηλείους.
Το 191 π.χ προσχώρησαν στην Αχαϊκή Συμπολιτεία, ενώ το 146 π.χ. υποτάχθηκαν στους Ρωμαίους και αποτέλεσαν τμήμα της ρωμαϊκής επαρχίας της Αχαΐας. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους (27π.χ - 250 μ.χ) η πόλη επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο. Κτίσθηκαν βίλες και λουτρά, αρχιτεκτονήματα ιδιαίτερα αγαπητά στους Ρωμαίους, μερικά μάλιστα επάνω στα θεμέλια κλασικών κτηρίων.

Στους ύστερους ρωμαϊκούς και του πρώιμους χριστιανικούς χρόνους (3ος - 5ος αι. μ.χ) η κατοίκηση περιορίστηκε μόνο σε ένα τμήμα της πόλης, ενώ σε άλλα τμήματα ιδρύθηκε ένα μεγάλο νεκροταφείο, ίσως μετά την καταστροφή από τους Έρουλους (267 μ.χ.). Ο μαρασμός επήλθε όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Θεοδόσιος Α΄ απαγόρευσε τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων το 393 μ.χ. και η ζωή του Ιερού της Ολυμπίας σταμάτησε. Ο σεισμός που έπληξε τη χώρα τον 6ο αι μ.χ. σήμανε το οριστικό τέλος του ηλειακού κράτους.
Τον 19ο αι. περιηγητές εντόπισαν την πόλη της Ήλιδας, κατάρτισαν μάλιστα και τοπογραφικά σχέδια. Οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν από το Αυστριακό Αρχαιολογικό ινστιτούτο την περίοδο 1911 - 1914, με διευθυντή τον Otto Walter . Από το 1960 έως σήμερα η ανασκαφική έρευνα συνεχίζεται κατά περιόδους από την Αρχαιολογική εταιρεία. Οι σωστικές ανασκαφές, που διενεργεί ακόμη και σήμερα η Ζ΄ Εφορεία Προϊστορικών και κλασικών Αρχαιοτήτων, αποκάλυψαν ένα τμήμα της αρχαίας πόλης (1965 - 1970), με αφορμή τη διέλευση του αρδευτικού αγωγού του φράγματος του Πηνειού.




Τα κτήρια που αποκαλύφθηκαν ή εντοπίστηκαν και στη συνέχεια ταυτίστηκαν σύμφωνα με τις περιγραφές του Παυσανία, είναι τα εξής: Γυμνάσιο, που δεν έχει ανασκαφεί, αλλά φαίνεται ότι είχε παρόμοιες διαστάσεις με εκείνο της Ολυμπίας (μήκος περ. 200μ.), Λουτρά στα δυτικά της αγοράς, Τέμενος του Αχιλλέα, Ελλανοδικαιώνας, Στοά "προς μεσημβρίαν", "Κερκυραϊκή" στοά, που αποτελούσε το νότιο σύνορο της αγοράς, διάφορα μικρά ιερά, ένα τετράγωνο οικοδόμημα με εσωτερική περίστυλη αυλή, όπου οι δεκαέξι ηλείες γυναίκες ύφαιναν τον πέπλο της Ήρας, ένα τμήμα του περιβόλου του τεμένους της Αφροδίτης, ένας ακόμη περίβολος ιερού, ναΐσκος και τεμένη, μεταξύ των οποίων και του Άδη και τέλος το Θέατρο, στα βόρεια της αγοράς.

Το θέατρο κτίστηκε τον 4ο αι. π.χ. και υπέστη μετασκευές στα ελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια. Η λίθινη σκηνή με το προσκήνιο και τα παρασκήνια είναι από τα παλαιότερα της αρχαίας Ελλάδας. Οι θεατές δεν κάθονταν σε κερκίδες αλλά στα πρανή του κοίλου, όπως ακριβώς και στο στάδιο της Ολυμπίας. Η πρόσβαση γινόταν με έξι λίθινες κλίμακες που χώριζαν το κοίλο σε επτά κερκίδες. Ένα πλήρες αποχετευτικό δίκτυο εξασφάλιζε το θέατρο από τον κίνδυνο πλημμύρας. η λειτουργία του θεάτρου διακόπηκε στα ύστερα ρωμαϊκά χρόνια, όταν επήλθε και γενικότερος μαρασμός της πόλης, και στο χώρο του δημιουργήθηκε νεκροταφείο με συστάδες κιβωτιόσχημων και κεραμοσκεπών τάφων.

Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010

Τα ιστορικά στάδια διατήρησης των αρχαίων κειμένων



Όσον αφορά την ιστορία της παράδοσης των αρχαίων ελληνικών κειμένων, πρέπει να σταθούμε σε ένα από τα πρώτα ιστορικά στάδια της διάσωσης κλασικών κειμένων, αυτό της ελληνιστικής εποχής, που σχετίζεται με το έργο των Αλεξανδρινών φιλολόγων. Τότε μελετήθηκαν αρχαιοελληνικά κείμενα και αποκρυσταλλώθηκαν σημαντικές μορφές δημοσιευμάτων (έκδοσις, υπόμνημα, σύγγραμμα, λεξικόν). Η φιλολογική μελέτη συνεχίστηκε στους αυτοκρατορικούς χρόνους με μια νέα, σύντομη μορφή μελέτης ,την επιτομή. Ωστόσο, σε αυτό το διάστημα έλαβε χώρα το αρνητικό γεγονός της καταστροφής της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης, καθώς επηρέασε αλλά όχι καταλυτικά την παράδοση των κειμένων. Κατόπιν, η μετανάστευση των λαών και η εξάπλωση των Αράβων (7-8 ος αι) οδήγησε στην απώλεια πολλών κειμένων. Στο σημείο αυτό , πρέπει να σημειώσουμε ότι οι Άραβες διέσωσαν πολλά κείμενα μεταφράζοντάς τα στη γλώσσα τους.

Ο 9ος αιώνας λειτούργησε καταλυτικά τόσο στην πορεία των γραμμάτων όσο και στη διαφύλαξη των κειμένων. Στα χρόνια της Βυζαντινής Αναγέννησης αντιγράφηκαν μεθοδικά πολλά έργα σε μικρογράμματα χειρόγραφα. Τον αιώνα αυτό παρατηρήθηκε έντονη φιλολογική δραστηριότητα, με βασικό εκπρόσωπο τον Πατριάρχη Φώτιο, ο οποίος συγκέντρωσε έναν κατάλογο βιβλίων, συνέταξε το Λεξικό και θεμελίωσε τις κλασικές φιλολογικές σπουδές. Κατόπιν, σημαντικό ήταν και το έργο του Δ. Τρικλίνιου. Η πορεία διαφύλαξης αρχαίων κειμένων βοηθήθηκε σημαντικά από τη μεταγραφή των κειμένων από αρχαίους παπύρινους κυλίνδρους σε περγαμηνούς κώδικες (4-5ος αι μ.Χ) και η μεταγραφή επίσης των κειμένων από τη μεγαλογράμματη στη βιβλιακή μικρογράμματη γραφή κατά τον 9ο αιώνα.

Ακόμη η παράδοση των κειμένων ευνοήθηκε από την ίδρυση βιβλιοθηκών στη Ρώμη και κατά τα αυτοκρατορικά χρόνια η κατά παραγγελία αντιγραφή για τις δημόσιες βιβλιοθήκες αλλά και από τον κανόνα των σχολικών συγγραφέων στους πρώιμους χρόνους της ίδιας περιόδου. Αντιγραφικά και πολιτισμικά κέντρα ιδρύθηκαν επίσης και συνέλεξαν χειρόγραφα, που διαδόθηκαν αργότερα με την επανάσταση στο χώρο της τυπογραφίας. Η καρολίγγεια μάλιστα μεταρρύθμιση συνέβαλε στην ανανέωση της παιδείας, του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά και του ενδιαφέροντος για τους συγγραφείς.
Η προσφορά στη διαφύλαξη των αρχαίων κειμένων


Η φιλολογία ως αυτόνομη επιστήμη δημιουργήθηκε κατά τον 3ο αι. π.Χ από την επιθυμία ορισμένων Ελλήνων ποιητών να μαθητέψουν στον κλασικό ομότεχνό τους, τον Όμηρο. Στην προσπάθειά τους αυτή ανέκυψαν τρία ζητούμενα: 1. η διάκριση του αυθεντικού από το νόθο κείμενο, 2. ο εντοπισμός των ιδιομορφιών που παρουσιάζουν ξένοι γλωσσικοί τύποι και 3. η κατανόηση του κειμένου. Με βάση αυτή τη διαδικασία διαμορφώθηκαν τα πρώτα φιλολογικά ενδιαφέροντα. Αυτός που ασχολείτο με αυτές τις δραστηριότητες ονομαζόταν «γραμματικός», ενώ η λέξη φιλόλογος παρέπεμπε στον «εραστή του λόγου». Αργότερα, έτσι ονομαζόταν ο πολυμαθής λόγιος.

Τα αρχαία κείμενα δεν έφτασαν ως εμάς στην πρωτότυπη μορφή. Έως και τον 15ο αιώνα αυτό ήταν αποτέλεσμα της χειρόγραφης αντιγραφής, η οποία άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο αποκλίνει από την αρχική μορφή τους. Στον εντοπισμό αυτών των αποκλίσεων ήταν καθοριστικός ο ρόλος της επιστήμης της φιλολογίας, της επιστήμης που αναζητά, εξακριβώνει, συντηρεί και αποκαθιστά το αρχικό κείμενο συμβάλλοντας παράλληλα στην προσέγγιση, την κατανόηση και την εξήγηση της γλώσσας του κειμένου και ερμηνεύοντας τα νοήματα ενός κειμένου.

Η αποκατάσταση της διατύπωσης ενός κειμένου προκειμένου αυτό να βρίσκεται όσο πιο κοντά στο πρωτότυπο είναι μία από τις βασικές εργασίες της φιλολογικής επιστήμης. Το κείμενο εντοπίζεται, αποκαθίσταται, ερμηνεύεται, εντάσσεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, κατόπιν μεταφράζεται προκειμένου να είναι εύκολα προσπελάσιμο από έναν μη ειδικό σε αυτό. Κατά κανόνα τα κείμενα γίνονται κατανοητά μέσα από τη συμβολή της φιλολογικής επιστήμης. Η φιλολογία μπορεί να βοηθήσει τον αναγνώστη να ξεπεράσει δυσκολίες που ανακύπτουν αναφορικά με το κείμενο σε βασικούς τομείς: 1. εξακρίβωση της αυθεντικής διατύπωσης του κειμένου (κριτική κειμένων και εκδοτική κριτική) 2. κατανόηση και εξήγηση της γλώσσας του κειμένου (λεξικογραφία, γραμματική, γλωσσικός σχολιασμός) 3. κατανόησή του ως προϊόν της λογοτεχνίας (ερμηνευτική προσέγγιση). Τα περισσότερα κείμενα απαιτούν μια αντιμετώπιση που να συνδυάζει τα παραπάνω και ως προς αυτό η επιστήμη της φιλολογίας λειτουργεί καταλυτικά. Η προσφορά της αυτή ενισχύεται ακόμη περισσότερο, καθώς τα κείμενα ανήκουν σε πολύ προγενέστερες περιόδους που φέρουν σημαντικό πολιτιστικό φορτίο. Με τον τρόπο αυτό η φιλολογία μας παρέχει σημαντικές πληροφορίες για διάφορες ιστορικές περιόδους, τις αξίες, τα ιδεώδη, τον πολιτισμό γενικότερα κάθε χρονικής στιγμής, στην οποία το κείμενο εντάσσεται.

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Γιατί νίκησαν οι Σύμμαχοι


65 χρόνια από το τέλος του Πολέμου στην Ευρώπη

9 Μαΐου 1945

Γιατί νίκησαν οι Σύμμαχοι

Η υπεροχή σε άνδρες και υλικό, οι νίκες του Ερυθρού Στρατού και η ήττα του γερμανικού Ναυτικού

ΣΤΑΘΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ

Εξήντα πέντε χρόνια μετά τον τερματισμό του Πολέμου στην Ευρώπη, σαν σήμερα, στις 9 Μαΐου 1945, λίγοι θυμούνται εκείνα τα σχεδόν πέντε χρόνια των πολύνεκρων συγκρούσεων και της απάνθρωπης αγριότητας. Οι Σύμμαχοι, το στρατόπεδο της δημοκρατίας και της προόδου, είχαν νικήσει το μίασμα του ναζισμού που εξέφραζε η τότε Γερμανία. Δεν ήταν απρόβλεπτη η νίκη τους, μολονότι ως το φθινόπωρο του 1942 η πολεμική μηχανή του Χίτλερ είχε κατακτήσει την Ευρώπη από τις ακτές του Ατλαντικού ως τα περίχωρα της Μόσχας, και κυριαρχούσε στον αέρα και στις θάλασσες βυθίζοντας κατά μέσον όρο τρία στα πέντε πλοία που μετέφεραν στη Βρετανία πολεμικό υλικό, άνδρες και τρόφιμα από την Αμερική. Πώς συνέβη, λοιπόν, και κέρδισαν παρ΄ όλα αυτά οι Σύμμαχοι; Υπάρχουν πολλές απαντήσεις στο ερώτημα. Ο αριθμός τους μάλιστα αυξομειώνεται και αρκετές χάνουν τη σημασία τους με την πάροδο του χρόνου, καθώς πολλαπλασιάζονται οι ψύχραιμες αναλύσεις των ειδικών και βγαίνουν στην επιφάνεια απόρρητα έγγραφα και αρχεία του πολέμου.

Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια μεγάλος παράγων στην ήττα της χιτλερικής Γερμανίας θεωρήθηκε- ιδιαίτερα στη Γαλλία και στα Βαλκάνια- η Αντίσταση στην κατοχική Ευρώπη. Τα έγγραφα του ναζιστικού επιτελείου όμως αποκαλύπτουν ότι, στην πραγματικότητα, μόνον η δράση των παρτιζάνων στη Ρωσία και, πολύ λιγότερο, των ανταρτών στα Βαλκάνια τους ενοχλούσε.

Στα χρόνια της ψυχροπολεμικής έντασης και με την επιρροή που είχε η Αμερική στον διεθνή Τύπο και στα ΜΜΕ η νίκη εμφανιζόταν ως αποτέλεσμα αποκλειστικά σχεδόν της εισόδου της Αμερικής στον πόλεμο. Ανάλογη ήταν- και εξακολουθεί να είναι- η θέση της Μόσχας, αλλά τουλάχιστον οι Ρώσοι πρόβαλαν τον ρόλο τους κυρίως στη χώρα τους και σε κάθε περίπτωση ο Ερυθρός Στρατός ήταν εκείνος που συνέτριψε τη χιτλερική στρατιωτική μηχανή.

Τρεις είναι οι κύριοι παράγοντες της νίκης των Συμμάχων: Η αριθμητική υπεροχή τους σε άνδρες και σε υλικό. Η νίκη του Ερυθρού Στρατού στο Στάλινγκραντ και στο Κουρσκ. Και η ήττα του γερμανικού Ναυτικού στον Ατλαντικό, καθώς τα γερμανικά ναυπηγεία δεν μπόρεσαν να αντικαταστήσουν όσα βύθιζε η δράση του Βρετανικού και του Αμερικανικού Ναυτικού.

Η Γερμανία εξάλλου δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει έρευνες και εφευρέσεις των εργαστηρίων της, όπως λ.χ. η μηχανή αεροπλάνων τζετ. Μόλις πρόλαβε στους τελευταίους μήνες του πολέμου να τοποθετήσει αυτή την «επαναστατική μηχανή» σε 12 μαχητικά της. Και υστερούσε εντυπωσιακά στον χώρο της κατασκοπείας και της αξιοποίησης πληροφοριών.
Αντίθετα προς ό,τι πίστευε το συμμαχικό στρατηγείο στο Λονδίνο, οι εκτεταμένοι και συνεχείς βομβαρδισμοί δεν είχαν σοβαρή ψυχολογική επίδραση στον γερμανικό πληθυσμό - όπως άλλωστε δεν είχαν και στους κατοίκους του Λονδίνου, ακόμη και όταν, το 1944, έγιναν στόχος των γερμανικών πυραύλων, των πρώτων που χρησιμοποιήθηκαν σε ευρεία κλίμακα.

Εκείνο που πέτυχαν οι βομβαρδισμοί ήταν να αναγκάζουν τους Γερμανούς να μετακινούν συνεχώς τα εργοστάσια της πολεμικής βιομηχανίας τους, πράγμα πολύ δύσκολο επειδή η έκταση της Γερμανίας είναι περιορισμένη και η μετεγκατάσταση των εργατών μέγα πρόβλημα. Ηταν αυτές ακριβώς οι δυσχέρειες που καθυστέρησαν την κατασκευή νέων μεγάλου βεληνεκούς πυραύλων- ο Βέρνερ Μπράουν, ο δημιουργός τους, μετέφερε τα σχέδια του στην Αμερική πέντε χρόνια αργότερα. Και σε αυτές οφείλεται η αποτυχία των γερμανών τεχνικών και ερευνητών να αναπτύξουν τις εργασίες τους για την ατομική ενέργεια.

Οι στρατιωτικοί αναλυτές έχουν καταλήξει στο ότι η κήρυξη του πολέμου ήταν τρέλα. Μια χώρα 70 εκατ. κατοίκων δεν θα μπορούσε να ανανεώσει τις ένοπλες δυνάμεις της έπειτα από τρία χρόνια συγκρούσεων. Ο Χίτλερ και οι στρατηγοί του δεν το αγνοούσαν αυτό, πίστευαν όμως ότι ο «κεραυνοβόλος πόλεμός» τους θα εξουδετέρωνε τον εχθρό το πολύ σε δύο χρόνια. Κάτι τέτοιο φάνηκε ότι θα μπορούσε να συμβεί με την κατάκτηση της Γαλλίας σε τρεις εβδομάδες.

ΤΑ ΛΑΘΗ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ

Η νίκη των Συμμάχων οφείλεται ως έναν βαθμό και... στον ίδιο τον Χίτλερ.Τα λάθη του ήταν κραυγαλέα. Είχε σχεδιάσει να εισβάλει στη Βρετανία μόλις κατακτούσε τη Γαλλία,αλλά δεν είχε εξασφαλίσει τη βενζίνη για τα τότε ελικοφόρα αεροπλάνα του και η εισβολή δεν έγινε ποτέ. Ηθελε να αποκτήσει το πετρέλαιο του Ιράκ αλλά αντί να εισβάλει στην Τουρκία από τη Βουλγαρία και την Ελλάδα όπου είχε βάσεις και από εκεί να προχωρήσει σχεδόν ανενόχλητος και «ελευθερωτής των μουσουλμάνων» προτίμησε να πάει μέσω Καυκάσου και μέσω Βόρειας Αφρικής.Η οροσειρά του Καυκάσου στάθηκε ανυπέρβλητο εμπόδιο στα μηχανοκίνητά του και στην αφρικανική έρημο οι δυνάμεις του Ρόμελ νικήθηκαν κατά κράτος.
Ο Χίτλερ επέμεινε να μην υποχωρήσει η στρατιά του φον Πάουλους από το Στάλινγκραντ με αποτέλεσμα να κατακρεουργηθεί από τα σοβιετικά πυρά και να παραδοθούν 90.000 επίλεκτοι. Σε αντίστοιχα τραγικές συνθήκες,ο Στάλιν και οι σοβιετικοί στρατηγοί του δεν δίσταζαν να υποχωρήσουν αφήνοντας ακόμη και οχυρωμένες θέσεις.


Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ


Δύο κορίτσια εορτάζουν το τέλος του Πολέμου στο Λονδίνο ανεμίζοντας τη βρετανική σημαία


Η απέραντη σε μέγεθος και σε ανθρώπινο υλικό Σοβιετική Ενωση ανανέωσε σχεδόν δίχως προβλήματα τα 5 εκατ.και πλέον που έχασε στους τέσσερις πρώτους μήνες του πολέμου.Ούτε και είχε πρόβλημα να μεταφέρει τις πολεμικές βιομηχανίες της πέρα από τα Ουράλια.Τα χιτλερικά έγγραφα μαρτυρούν την κατάπληξη των χιτλερικών αξιωματικών, όταν τον Αύγουστο του 1943 εμφανίστηκαν στο Κουρσκ 12 σοβιετικές μεραρχίες με στρατιώτες που πρωτοέμπαιναν σε μάχη,με νέου τύπου ατομικό οπλισμό καθώς και 3.500 τανκς μεγάλης ευελιξίας και τρομερής δύναμης πυρός.

Απέναντί τους ήταν στρατιώτες που πολεμούσαν συνεχώς στην πρώτη γραμμή επί 8-12 μήνες και 3.000 προβληματικά τανκς.Η μάχη- η μεγαλύτερη σύγκρουση μηχανοκινήτων- διήρκεσε ημέρες,οι απώλειες ήταν τρομακτικές και στις δύο πλευρές,αλλά τελικώς επιβλήθηκε η ποιότητα (τανκς) και η ποσότητα (άνδρες) του Ερυθρού Στρατού.

Η νίκη στο Κουρσκ έσπασε το Ανατολικό Μέτωπο του Χίτλερ και άνοιξε τον δρόμο στους Σοβιετικούς για το Βερολίνο.Αυτά επέτρεψαν στο αμερικανοβρετανικό στρατηγείο να κρίνει ότι «υπάρχουν σήμερα προϋποθέσεις αποτελεσματικής (απόβασης) στις γαλλικές ακτές» (στρατηγός Τζορτζ Μάρσαλ 22 Δεκεμβρίου 1943).Τον Ιούνιο του 1944 πραγματοποιήθηκε η απόβαση,ανοίγοντας δεύτερο μέτωπο στον Χίτλερ.Το τέλος του πολέμου ήταν πλέον απλώς ζήτημα χρόνου.

ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ

Μία εβδομάδα πριν από τη λήξη του πολέμου στην Ευρώπη συναντήθηκαν στο Τοργκάου της Γερμανίας οι Αμερικανοί που έρχονταν από τα δυτικά και οι Σοβιετικοί από τα ανατολικά. Σήμερα οι δυο ανδρες της ιστορικής φωτογραφίας που έδωσαν τότε τα χέρια, ο Αλαν Γκιτζ της 1ης αμερικανικής στρατιάς Πεζικού και ο Γκαβρίλ Πατσουκόφ του 82ου ρωσικού συντάγματος Μηχανοκίνητων, υπέργηροι βετεράνοι τώρα, θα βρίσκονται στην εξέδρα των επισήμων στις τελετές της Μόσχας, παρακολουθώντας την παρέλαση των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων και των στρατιωτικών αγημάτων της Αμερικής, της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Πολωνίας.

Κυριακή 2 Μαΐου 2010

Πόσο αντισημίτης ήταν ο Μαρξ.

ΠΟΛΕΜΙΚΗ
Επανέκδοση του ιστορικού δοκιμίου για το «εβραϊκό ζήτημα», που είχε κυκλοφορήσει το 1932 με πρόλογο του Αβραάμ Μπεναρόγια, του εβραίου ιδρυτή της Σοσιαλιστικής Εργατικής Ομοσπονδίας Θεσσαλονίκης και ιδρυτικού μέλους του ΚΚΕ, και μετάφραση του Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου, τότε μαρξιστή και αριστερού, κατόπιν θεωρητικού της απριλιανής χούντας

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΜΑΛΟΥΧΟΣ

Κατάστημα στη Βιέννη με αντιεβραϊκά συνθήματα Για τους μαρξιστές όλου του κόσμου, ιδίως τους εβραίους, αυτό το κείμενο ήταν ένα «δηλητηριασμένο δώρο». Μια δοκιμασία για πολύ γερά νεύρα. Κι αυτό επειδή έπρεπε - κι ίσως ακόμη πρέπει- να αποδείξουν ότι δεν πρόκειται για ένα έξαλλο αντισημιτικό έργο, που όποιος άλλος και αν ήταν ο συγγραφέας του θα είχε κατακεραυνωθεί καθολικά, αλλά για κάτι διαφορετικό από εκείνο που σε πρώτη ανάγνωση φαίνεται. Η υπογραφή του Καρλ Μαρξ σε τοποθετήσεις σαν αυτή που ακολουθεί υπήρξε και παραμένει πραγματικός εφιάλτης για τους «αποστόλους» του:

«Οταν η κοινωνία θα επιτύχει να καταργήσει την εμπειρική φύση του ιουδαϊσμού, την εμπορική δηλαδή συναλλαγή και τις προϋποθέσεις της, ο εβραίος δε θα μπορεί να υπάρχει, γιατί η συνείδησή του δεν θα έχει πια αντικείμενο, γιατί η υποκειμενική βάση του ιουδαϊσμού, η πρακτική ανάγκη θα έχει πάρει ανθρώπινη κατεύθυνση, γιατί θα έχει εξαλειφθεί η σύγκρουση ανάμεσα στην ατομική και αισθητή ύπαρξη του ανθρώπου και στην ύπαρξή του ως γένος. Η κοινωνική χειραφέτηση του εβραίου είναι η χειραφέτηση της κοινωνίας απ΄ τον ιουδαϊσμό».

Με αυτές τις φράσεις, που ξεσήκωσαν σάλο στην εποχή τους και όχι μόνον, ο νεαρός διανοητής Καρλ Μαρξ τελείωνε το βιβλίο του Για το εβραϊκό ζήτημα. Ηταν φράσεις που οδήγησαν σε τέτοια κριτική εναντίον του, ώστε τον ακολουθούσε για όλη του τη ζωή. Ο Μαρξ, εβραίος και ο ίδιος, έγραψε αυτό το βιβλίο πολύ νέος, σε ηλικία μόλις 25 ετών. Την ώρα που για πρώτη φορά τυπωνόταν, στα γραπτά του δεν είχε ακόμη καν εμφανισθεί η λέξη προλεταριάτο, ούτε ο ίδιος μπορούσε να φανταστεί ποτέ την απήχηση του μεταγενέστερου έργου του στον κόσμο.
Ομως, πέρα από όλα αυτά, το βιβλίο του Μαρξ Για το εβραϊκό ζήτημα έχει πίσω του μια ούτως ή άλλως ιδιαίτερη ιστορία.
Ο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου όταν ήταν υπουργός Παιδείας της χούντας

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έναν διάλογο με τον γερμανό φιλόσοφο και θρησκειολόγο Μπρούνο Μπάουερ. Ο Μπάουερ ξεκίνησε συντηρητικός, έγινε ακραίος «αριστερός» και ξαναέγινε συντηρητικός στο τέλος της ζωής του. Ηταν εγελιανός, όπως άλλωστε και ο Μαρξ με τον οποίο είχε συνεργαστεί στην «αριστερή» περίοδό του. Το 1843 ο Μπάουερ έγραψε το βιβλίο Το εβραϊκό ζήτημα στο οποίο ο Μαρξ θέλησε να απαντήσει. Κι έτσι, γεννήθηκε το παρόν, πολύ σημαντικό, κείμενό του, όπως και Η Αγία Οικογένεια που έγραψε με τον Ενγκελς το 1844.
Ο Αβραάμ Μπεναρόγια σε φωτογραφία που είχε τυπώσει το ΚΚΕ το 1919 και την πωλούσε αντί μιας δεκάρας

 Οι πιστοί οπαδοί του Μαρξ ανά τον κόσμο προσπάθησαν παντοιοτρόπως να τον προστατεύσουν από την κατηγορία ότι είχε γράψει έναν αντιεβραϊκό λίβελλο. Ετσι φαίνεται να συνέβη και στην Ελλάδα, με την πρώτη έκδοση αυτού του βιβλίου το 1932, από τις Εκδόσεις Γκοβόστη, με πρόλογο του Αβραάμ Μπεναρόγια και σε μετάφραση και σχόλια του, εκείνα τα χρόνια μαρξιστή ακόμη, Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου, του κατοπινού θεωρητικού της χούντας...
Ηταν αναμφίβολα μια ιστορική έκδοση για τις μαρξικές σπουδές στην Ελλάδα, από την οποία όμως... έλειπαν ορισμένα σημεία-κλειδιά του πρωτότυπου κειμένου. Οπως σημειώνει ο Γιώργος Ρούσης, επιμελητής της τωρινής επανέκδοσης και συγγραφέας της ιδιαίτερα εμπεριστατωμένης και εκτενούς εισαγωγικής μελέτης που τη συνοδεύει: «Μεταξύ αυτών, υπάρχει και ένα ιδιαίτερα σημαντικό για την όλη συλλογιστική του Μαρξ απόσπασμα: “Ποια είναι η εγκόσμια λατρεία του εβραίου; Το εμπόριο. Ποιος είναι ο γήινος θεός του; Το χρήμα”». Και ο Ρούσης συνεχίζει: «... η συγκεκριμένη παράλειψη μπορεί και να είχε ως στόχο να “προστατευθεί ο συγγραφέας”»...

Παρά το γεγονός ότι ο Μαρξ, μέσα από αυτό το κείμενο κατηγορήθηκε σκληρά για αντισημιτισμό, είχε κατηγορηθεί και για το ακριβώς αντίθετο, από τον ισχυρό «ανταγωνιστή» του στην πρώιμη φάση της διαμόρφωσης του σοσιαλιστικού κόσμου, τον «πατριάρχη» του αναρχισμού Μιχαήλ Μπακούνιν, ο οποίος υποστήριζε ότι ο σκοπός των αναλύσεων του Μαρξ ήταν «να μετατρέψει τους εργάτες σε Γερμανούς και εβραίους»...

Τελικά, ήταν ο Μαρξ αντισημίτης; Ουδείς μπορεί να απαντήσει με ασφάλεια.

Είναι θέμα ερμηνείας. Πάντως, για τον Μπεναρόγια, τον Ρούση και πολλούς άλλους μελετητές του Μαρξ, οι κατηγορίες αυτές είναι επιδερμικές και εντελώς ανυπόστατες. Είναι όμως χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εισαγωγική μελέτη του Ρούση που εξηγεί κατά την άποψή του το γιατί, για να το επιχειρήσει, καταλαμβάνει υπερδιπλάσιο αριθμό σελίδων από το ίδιο το κείμενο του Μαρξ που αναλύει και υπερασπίζεται...

ΤΟ ΕΚΑΨΕ ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΗΣ 4ΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

 Η ελληνική ιστορία του βιβλίου έχει τη δική της ιδιαίτερη διαδρομή. Ο οίκος Γκοβόστη, από το 1926 που ιδρύθηκε,ειδικεύτηκε στις μαρξιστικές και αριστερές εκδόσεις.Ο εκδότης Κώστας Γκοβόστης φυλακίστηκε από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, η οποία, όπως μας πληροφορεί ο Γιώργος Ρούσης,έκαψε δημόσια το στοκ των βιβλίων του κατά το πρότυπο των SS στην Μπέμπελ πλατζ του Βερολίνου.Αλλά και ο πρόλογος του Αβραάμ Μπεναρόγια στην έκδοση του 1932 είναι κι αυτός ένα πολύ σημαντικό κείμενο για την πορεία των μαρξικών μελετών στην Ελλάδα.Ο Μπεναρόγια ήταν, το 1908, ένας από τους ιδρυτές της Σοσιαλιστικής Εργατικής Ομοσπονδίας Θεσσαλονίκης,που έμεινε γνωστή ως Φεντερασιόν,αλλά και ιδρυτικό μέλος του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος το 1918, που εξελίχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος,ΚΚΕ.Σύμφωνα με τον Μπεναρόγια «Για τον Μαρξ λοιπόν το εβραϊκό ζήτημα είναι συνδεδεμένο αδιάρρηκτα με το κοινωνικό ζήτημα,η λύση του οποίου εμπεριέχει και τη λύση του εβραϊκού.Αυτή είναι η γενική ιδέα του έργου».Αποδίδει δε πολύ μεγάλη σημασία στο έργο επειδή «ο Μαρξ τον ιουδαϊσμό εννοεί όχι στο φυλετικό αλλά στο κοινωνικό του περιεχόμενο,δηλαδή στο εμπορομεσιτικό πνεύμα, που έχει επιβληθεί στους εβραίους και στους χριστιανούς και δέχεται ότι μόνο η απελευθέρωση της κοινωνίας από το πνεύμα αυτό θα απελευθερώσει χριστιανούς και εβραίους κοινωνικά. Στη θέση αυτή κρύβεται το έμβρυο του προλεταριακού διεθνισμού». Πρόκειται για μια θέση που,πάντως,δεν δικαιώθηκε στις χώρες του Υπαρκτού Σοσιαλισμού- το αντίθετο μάλιστα.

Για τον Μπεναρόγια όλο το ζήτημα είναι πώς θα απελευθερωθούν οι πάντες από τον καπιταλισμό και τίποτε άλλο.Ομως ο ίδιος ο Μαρξ μοιάζει να έχει αρκετά πιο περίπλοκες απόψεις: «Ο ιουδαϊσμός φτάνει στο απόγειό του με την τελειοποίηση της αστικής κοινωνίας. Αλλά η αστική κοινωνία φτάνει στο ανώτατο σημείο της τελειοποίησής της μέσα στον χριστιανικό κόσμο...

Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Σφαγή του Κατίν

 Τότε που ο Στάλιν (με μόνο μία λέξη) έστειλε στον θάνατο 22.000 Πολωνούς

Αποχαρακτηρισμός απορρήτων για το Κατιν                                      

ΜΟΣΧΑ Με μια κίνηση συμβολικού χαρακτήρα, η Μόσχα αποχαρακτήρισε πλήρως και δημοσιοποίησε στο Διαδίκτυο μια σειρά άκρως απορρήτων μυστικών εγγράφων που επιβεβαιώνουν ότι η σφαγή του Κατίν, τον Απρίλιο του 1940, έγινε κατ΄ εντολή του ίδιου του Ιωσήφ Στάλιν. Ανάμεσα στα έγγραφα του «Πακέτου αρ. 1» όπως ονομάστηκε, βρίσκεται το κατ΄ εξοχήν πειστήριο του εγκλήματος. Πάνω σε μία επιστολή του τότε επικεφαλής της σοβιετικής μυστικής αστυνομίας ΝΚVD Λαβρέντι Μπέρια, στην οποία εισηγείται την εκτέλεση 22.000 πολωνών αιχμαλώτων πολέμου και μελών της πολωνικής ελίτ, ο Ιωσήφ Στάλιν σφραγίζει τη μοίρα τους με μία λέξη, γράφοντας απλώς: «Υπέρ».

Για « σταθερούς, αδιόρθωτους εχθρούς της σοβιετικής εξουσίας, που περιμένουν να απελευθερωθούν για να ενωθούν ενεργά με όσους μάχονται εναντίον της σοβιετικής ισχύος » κάνει λόγο ο Μπέρια στην επιστολή του, προτείνοντας στον Στάλιν να τους επιβληθεί « η θανατική ποινή,χωρίς οι καταδικασμένοι να δικαστούν και χωρίς να τους κοινοποιηθούν οι κατηγορίες εναντίον τους,ούτε τα στοιχεία που οδήγησαν στην καταδίκη τους ».

Επάνω στην επιστολή βρίσκονται οι υπογραφές του Στάλιν και άλλων τριών υψηλόβαθμων μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος που προσυπογράφουν την πρόταση. Μ εταξύ των εγγράφων του «Πακέτου αρ. 1», τα οποία ήταν μέχρι πρότινος διαθέσιμα μόνο σε ειδικούς ερευνητές, βρίσκεται και μία επιστολή με ημερομηνία Μαρτίου 1959, όπου ο τότε επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών ΚGΒ Αλεξάντερ Σελέπιν προτείνει στον ηγέτη της Σοβιετικής Ενωσης Νικίτα Χρουστσόφ να καταστραφούν όλα τα αρχεία που αφορούν τη σφαγή του Κατίν, με εξαίρεση ελάχιστα από αυτά, προσθέτοντας ότι η επί χρόνια επίσημη σοβιετική εκδοχή, ότι δηλαδή οι Γερμανοί είχαν πραγματοποιήσει τις εκτελέσεις, « είχε εντυπωθεί βαθιά στη διεθνή κοινή γνώμη ».

Η συγκάλυψη έλαβε τέλος τώρα με απόφαση του Ντμίτρι Μεντβέντεφ . « Ολα τα βασικά έγγραφα δημοσιοποιήθηκαν. Υπάρχει ακόμη κάποιο υλικό που δεν έχουμε παραδώσει στους Πολωνούς.Εχω ήδη διατάξει τη δρομολόγηση αυτής της διαδικασίας. Ας μάθουν όλοι τι συνέβη, ποιος πήρε τις αποφάσεις, ποιος εκτέλεσε τις εντολές της δολοφονίας των πολωνών αξιωματούχων . Είναι καθήκον μας να διδαχτούμε από την Ιστορία » δήλωσε ο ρώσος πρόεδρος. Η πολωνική πλευρά χαιρέτισε την απόφαση της Μόσχας, χαρακτηρίζοντάς τη σημαντικό βήμα προς τη σύσφιξη των σχέσεων των δύο χωρών και την αποκατάσταση της αλήθειας. Η επί δεκαετίες άρνηση του Κρεμλίνου να παραδεχτεί τον πραγματικό ρόλο των Σοβιετικών υπήρξε αγκάθι στις σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Πολωνίας.




                                                                                                                             

                                                                                                                                                
                     

Δευτέρα 26 Απριλίου 2010

Διαφωτισμός – Ρομαντισμός: παράγοντες που διαμόρφωσαν τις αντιλήψεις των Ελλήνων για το παρελθόν

Οι Έλληνες στην προσπάθειά τους να διαμορφώσουν εθνική συνείδηση επικαλέστηκαν την Αρχαιότητα, απ’ όπου θα αντλούσαν τα στοιχεία που θα επιβεβαίωναν ότι είναι απευθείας απόγονοι των ένδοξων αρχαίων Ελλήνων. Μάλιστα, θεώρησαν ότι πολεμώντας τους Τούρκους συνέχιζαν τον αγώνα των προγόνων τους εναντίον της Περσικής βαρβαρότητας. Τους αρχαίους Έλληνες και τον πολιτισμό τους πρόβαλαν οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι της εκπαιδευτικής, εκδοτικής και πολιτιστικής κίνησης, η οποία ονομάστηκε, κατ’ αναλογία με τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Στο πλαίσιο αυτό οι ομάδες αυτές καλλιέργησαν τα ελληνικά γράμματα και αναβίωσαν την κλασική Αρχαιότητα διαμορφώνοντας ένα είδος προεθνικής συνείδησης, ίσως μια πρόδρομη μορφή της Μεγάλης Ιδέας, η οποία πρέσβευε τον «φωτισμό» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το ελληνικό πνεύμα και την αποκατάσταση της βυζαντινής συνέχειας.


Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός ορίζεται το πνευματικό κίνημα που εμφανίστηκε στα μέσα του 18ου αι. και το σύνολο των πνευματικών εκείνων και συνειδησιακών φαινομένων της νέας ελληνικής ιστορίας, όσα συμβαδίζουν με τη γενική προαγωγή του Ελληνισμού, και πριν από τη συνθήκη του Κιουτκούκ Καϊναρτζή, αλλά και, ιδίως, μετά, και των οποίων φυσική απόληξη πρέπει να θεωρήσουμε την Ελληνική Επανάσταση . Το κίνημα στηρίχθηκε στις μεταφράσεις των έργων του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, ενώ οι ριζοσπαστικές τάσεις και το ανερχόμενο αίτημα αυτού για δημιουργία έθνους – κράτους επηρέασαν τις πιο προοδευτικές τάσεις του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, όπως προκύπτει μέσα από το έργο του Ρήγα και του Κοραή. Ο Ρήγας Φεραίος (1757-1798) αποτελεί βασικό εκπρόσωπο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο οποίος επηρεάστηκε σημαντικά από τη Γαλλική Επανάσταση και τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Στόχος του έργου του ήταν η εθνική αφύπνιση και η απελευθέρωση των Βαλκανίων. Ακόμη, οραματιζόταν την ίδρυση μιας δημοκρατίας με κυρίαρχο το ελληνικό στοιχείο, αλλά και την ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Π. Κιτρομηλίδη η συνάντηση με το κριτικό πνεύμα του Montesquieu καλλιεργεί στη συνείδηση του Ρήγα την αγάπη προς την ελευθερία και του υποβάλλει ως χρέος τη μετάφραση του Πνεύματος των Νόμων «προς όφελος του Γένους. Στο πλαίσιο αυτό το έργο του απέκτησε κατά κύριο λόγο πολιτικό χαρακτήρα. Ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833) με το σημαντικό σε όγκο έργο του βοήθησε περισσότερο από κάθε άλλο στο να ξεδιαλύνουν οι ριζοσπαστικές προθέσεις και στήριξε την ιδέα διεκδίκησης εθνικού κράτους και είχε την πεποίθηση ότι η ίδρυση ανεξάρτητης ελληνικής πολιτείας ήταν αποτέλεσμα παιδείας, εθνικής συνείδησης και πολιτικής πράξης.

Έτσι, το διανοητικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε η ιστορική σκέψη και μάλιστα η εθνική ιδεολογία είχε διαμορφωθεί πολύ πριν από την Επανάσταση του 1821 από τις ιδεολογικές επινοήσεις περί της Αρχαιότητας του Ελληνικού Έθνους που επεξεργάστηκαν οι φορείς του Νεοελληνικού Διαφωτισμού μέσα από τη επαφή τους με τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό (τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.). Στο πλαίσιο αυτό αναδείχθηκαν οι πολιτικές και φιλοσοφικές αξίες της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας και καλλιεργήθηκε η νεοελληνική ιστορική συνείδηση και ταυτότητα. Μάλιστα, οι αρχαίοι Έλληνες και ο πολιτισμός του έγιναν το σταθερό σημείο αναφορών των Νεοελλήνων Διαφωτιστών. Κάτω από αυτές τις επιρροές οι Έλληνες ταυτίστηκαν περισσότερο με την πολιτισμένη Δύση και απομακρύνθηκαν από την «βαρβαρότητα» και την «τυραννία» της Ανατολής.

Η καθαρά ιστοριογραφική παραγωγή της εποχής του ελληνικού Διαφωτισμού εκτός από μεταφράσεις Ευρωπαίων ιστορικών, περιλαμβάνει και πρωτότυπα έργα, τα οποία αποκαλύπτουν τη θέση της ελληνικής ιστοριογραφίας απέναντι στο θέμα. Ανάμεσα στα πιο αξιόλογα αναφέρουμε: α) τα δύο έργα του Γρ. Παλιουρίτη: Επίτομη Ιστορία της Ελλάδας (Βενετία 1807) και Αρχαιολογία Ελληνική (Βενετία 1817). β) τα κεφάλαια που πρόσθεσε ο Δ. Αλεξανδρίδης στη δεύτερη έκδοση της μετάφρασης της Ιστορίας της Ελλάδας του Γκόλντσμίθ (Βιέννη 1807) και γ) το δοκίμιο Απολογία Ιστορικοκριτική (Τεργέστη 1814).

Συνεπώς, η ελληνική εθνική και ιστορική συνείδηση είχε πρωτίστως τις καταβολές τις στους λαμπρούς αρχαίους προγόνους. Όμως, η αναζήτηση της αδιάλειπτης συνέχειας και η αποκατάστασή της στην Αρχαιότητα, άφηνε απέξω μια ενδιάμεση μεγάλη ιστορική περίοδο, το Βυζάντιο. Σύμφωνα με τον Π. Κιτρομηλίδη η βυζαντινή πολιτεία και ιστορία, απαξιωμένη πλήρως τα χρόνια εκείνα στο λόγο των Ευρωπαίων και Ελλήνων διαφωτιστών ως εποχή σκοταδιστική , θεοκρατική και δεσποτική, θα παραμείνει μέχρι και τα μισά του 19ου στη σιωπή, χωρίς να συμπεριληφθεί στην ελληνική ιστορία: το Βυζάντιο, καθώς θεωρούνταν, σύμφωνα με τους δυτικούς και τους δυτικότροπους λόγιους, ότι ανήκει στη «βάρβαρη» Ανατολή, δεν θα μπορούσε να έχει καμία σχέση με τις αξίες και τα ιδεώδη που αντιπροσώπευε για τους Νεοέλληνες (και Ευρωπαίους) η κλασική Αρχαιότητα. Αυτή η στάση που στήριξαν οι εθνικοί ιστορικοί δεν έδειχνε συνάδει με την επιθυμία να διατρανωθεί η ιστορική συνέχεια του έθνους, καθώς η αποδοχή της νεοτερικής αντίληψης για τον ιστορικό χρόνο υποστήριζε τη γραμμική διαδοχή των ιστορικών περιόδων αποκλείοντας και απαξιώνοντας κάποιες βασικές από αυτές, όπως ήταν η μακεδονική και η βυζαντινή. Αυτό ήταν αποτέλεσμα του ότι θεωρούνταν εποχές παρακμής για το ελληνικό έθνος και υποδούλωσης σε δεσποτικά καθεστώτα, τα οποία είχαν καταλύσει τους φιλελεύθερους θεσμούς των αρχαίων ελληνικών πόλεων.

Το κίνημα του Ρομαντισμού εμφανίστηκε κατά τα τέλη του 18ου αι. και άνθησε κυρίως στα μέσα του 19ου αι. μέσα σε ένα κλίμα άνθησης των εθνικών ιδεών και σε μια περίοδο που ιδρύονταν τα εθνικά κράτη. Το κίνημα αυτό έθεσε στο επίκεντρο των ιδεολογικών ενδιαφερόντων την έννοια του έθνους και συνέβαλε καθοριστικά στη συγκρότηση του αντικειμένου και του προσανατολισμού της ελληνικής ιστοριογραφίας.

Ο ρομαντικός ιστορισμός αποτέλεσε το κυρίαρχο ιστοριογραφικό υπόδειγμα του 19ου αιώνα και επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τους θεμελιωτές της ελληνικής ιστοριογραφίας. Οι εμπνευσμένοι από το Ρομαντισμό ιστορικοί πίστευαν ότι η μελέτη του παρελθόντος έπρεπε να αποτελεί μέσο κατανόησης του παρόντος και πρόβλεψης του μέλλοντος. Ακόμη, πρέσβευαν ότι η αναφορά στο έθνος και στην ιστορία του δίνει νόημα στα φαινόμενα του παρελθόντος. Επιπλέον, στο πλαίσιο του ρομαντικού ιστορισμού, ερμήνευσαν τα ιστορικά γεγονότα χρησιμοποιώντας ως σταθερά το «έθνος», δηλαδή την αναλλοίωτη αρχή οργάνωσης των κοινωνιών. Έτσι, η ανθρώπινη ιστορία ταυτίστηκε με την εθνική ιστορία. Μάλιστα, διατυπώθηκε η άποψη ότι η μελέτη του Μεσαίωνα θα βοηθούσε στην ανακάλυψη της "ουσίας" του έθνους, η οποία ενσαρκώνεται στην "ψυχή του λαού" και είναι εμφανής μέσα από τις εκδηλώσεις των αγροτικών πληθυσμών. Συνεπώς, ο Ρομαντισμός έδωσε έμφαση στο Μεσαίωνα, και στο  Ελληνικό Βυζάντιο ,το οποίο είχε υποβιβαστεί από το Διαφωτισμό.