Τετάρτη 16 Ιουνίου 2010

Τα ιστορικά στάδια διατήρησης των αρχαίων κειμένων



Όσον αφορά την ιστορία της παράδοσης των αρχαίων ελληνικών κειμένων, πρέπει να σταθούμε σε ένα από τα πρώτα ιστορικά στάδια της διάσωσης κλασικών κειμένων, αυτό της ελληνιστικής εποχής, που σχετίζεται με το έργο των Αλεξανδρινών φιλολόγων. Τότε μελετήθηκαν αρχαιοελληνικά κείμενα και αποκρυσταλλώθηκαν σημαντικές μορφές δημοσιευμάτων (έκδοσις, υπόμνημα, σύγγραμμα, λεξικόν). Η φιλολογική μελέτη συνεχίστηκε στους αυτοκρατορικούς χρόνους με μια νέα, σύντομη μορφή μελέτης ,την επιτομή. Ωστόσο, σε αυτό το διάστημα έλαβε χώρα το αρνητικό γεγονός της καταστροφής της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης, καθώς επηρέασε αλλά όχι καταλυτικά την παράδοση των κειμένων. Κατόπιν, η μετανάστευση των λαών και η εξάπλωση των Αράβων (7-8 ος αι) οδήγησε στην απώλεια πολλών κειμένων. Στο σημείο αυτό , πρέπει να σημειώσουμε ότι οι Άραβες διέσωσαν πολλά κείμενα μεταφράζοντάς τα στη γλώσσα τους.

Ο 9ος αιώνας λειτούργησε καταλυτικά τόσο στην πορεία των γραμμάτων όσο και στη διαφύλαξη των κειμένων. Στα χρόνια της Βυζαντινής Αναγέννησης αντιγράφηκαν μεθοδικά πολλά έργα σε μικρογράμματα χειρόγραφα. Τον αιώνα αυτό παρατηρήθηκε έντονη φιλολογική δραστηριότητα, με βασικό εκπρόσωπο τον Πατριάρχη Φώτιο, ο οποίος συγκέντρωσε έναν κατάλογο βιβλίων, συνέταξε το Λεξικό και θεμελίωσε τις κλασικές φιλολογικές σπουδές. Κατόπιν, σημαντικό ήταν και το έργο του Δ. Τρικλίνιου. Η πορεία διαφύλαξης αρχαίων κειμένων βοηθήθηκε σημαντικά από τη μεταγραφή των κειμένων από αρχαίους παπύρινους κυλίνδρους σε περγαμηνούς κώδικες (4-5ος αι μ.Χ) και η μεταγραφή επίσης των κειμένων από τη μεγαλογράμματη στη βιβλιακή μικρογράμματη γραφή κατά τον 9ο αιώνα.

Ακόμη η παράδοση των κειμένων ευνοήθηκε από την ίδρυση βιβλιοθηκών στη Ρώμη και κατά τα αυτοκρατορικά χρόνια η κατά παραγγελία αντιγραφή για τις δημόσιες βιβλιοθήκες αλλά και από τον κανόνα των σχολικών συγγραφέων στους πρώιμους χρόνους της ίδιας περιόδου. Αντιγραφικά και πολιτισμικά κέντρα ιδρύθηκαν επίσης και συνέλεξαν χειρόγραφα, που διαδόθηκαν αργότερα με την επανάσταση στο χώρο της τυπογραφίας. Η καρολίγγεια μάλιστα μεταρρύθμιση συνέβαλε στην ανανέωση της παιδείας, του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά και του ενδιαφέροντος για τους συγγραφείς.
Η προσφορά στη διαφύλαξη των αρχαίων κειμένων


Η φιλολογία ως αυτόνομη επιστήμη δημιουργήθηκε κατά τον 3ο αι. π.Χ από την επιθυμία ορισμένων Ελλήνων ποιητών να μαθητέψουν στον κλασικό ομότεχνό τους, τον Όμηρο. Στην προσπάθειά τους αυτή ανέκυψαν τρία ζητούμενα: 1. η διάκριση του αυθεντικού από το νόθο κείμενο, 2. ο εντοπισμός των ιδιομορφιών που παρουσιάζουν ξένοι γλωσσικοί τύποι και 3. η κατανόηση του κειμένου. Με βάση αυτή τη διαδικασία διαμορφώθηκαν τα πρώτα φιλολογικά ενδιαφέροντα. Αυτός που ασχολείτο με αυτές τις δραστηριότητες ονομαζόταν «γραμματικός», ενώ η λέξη φιλόλογος παρέπεμπε στον «εραστή του λόγου». Αργότερα, έτσι ονομαζόταν ο πολυμαθής λόγιος.

Τα αρχαία κείμενα δεν έφτασαν ως εμάς στην πρωτότυπη μορφή. Έως και τον 15ο αιώνα αυτό ήταν αποτέλεσμα της χειρόγραφης αντιγραφής, η οποία άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο αποκλίνει από την αρχική μορφή τους. Στον εντοπισμό αυτών των αποκλίσεων ήταν καθοριστικός ο ρόλος της επιστήμης της φιλολογίας, της επιστήμης που αναζητά, εξακριβώνει, συντηρεί και αποκαθιστά το αρχικό κείμενο συμβάλλοντας παράλληλα στην προσέγγιση, την κατανόηση και την εξήγηση της γλώσσας του κειμένου και ερμηνεύοντας τα νοήματα ενός κειμένου.

Η αποκατάσταση της διατύπωσης ενός κειμένου προκειμένου αυτό να βρίσκεται όσο πιο κοντά στο πρωτότυπο είναι μία από τις βασικές εργασίες της φιλολογικής επιστήμης. Το κείμενο εντοπίζεται, αποκαθίσταται, ερμηνεύεται, εντάσσεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, κατόπιν μεταφράζεται προκειμένου να είναι εύκολα προσπελάσιμο από έναν μη ειδικό σε αυτό. Κατά κανόνα τα κείμενα γίνονται κατανοητά μέσα από τη συμβολή της φιλολογικής επιστήμης. Η φιλολογία μπορεί να βοηθήσει τον αναγνώστη να ξεπεράσει δυσκολίες που ανακύπτουν αναφορικά με το κείμενο σε βασικούς τομείς: 1. εξακρίβωση της αυθεντικής διατύπωσης του κειμένου (κριτική κειμένων και εκδοτική κριτική) 2. κατανόηση και εξήγηση της γλώσσας του κειμένου (λεξικογραφία, γραμματική, γλωσσικός σχολιασμός) 3. κατανόησή του ως προϊόν της λογοτεχνίας (ερμηνευτική προσέγγιση). Τα περισσότερα κείμενα απαιτούν μια αντιμετώπιση που να συνδυάζει τα παραπάνω και ως προς αυτό η επιστήμη της φιλολογίας λειτουργεί καταλυτικά. Η προσφορά της αυτή ενισχύεται ακόμη περισσότερο, καθώς τα κείμενα ανήκουν σε πολύ προγενέστερες περιόδους που φέρουν σημαντικό πολιτιστικό φορτίο. Με τον τρόπο αυτό η φιλολογία μας παρέχει σημαντικές πληροφορίες για διάφορες ιστορικές περιόδους, τις αξίες, τα ιδεώδη, τον πολιτισμό γενικότερα κάθε χρονικής στιγμής, στην οποία το κείμενο εντάσσεται.

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

Γιατί νίκησαν οι Σύμμαχοι


65 χρόνια από το τέλος του Πολέμου στην Ευρώπη

9 Μαΐου 1945

Γιατί νίκησαν οι Σύμμαχοι

Η υπεροχή σε άνδρες και υλικό, οι νίκες του Ερυθρού Στρατού και η ήττα του γερμανικού Ναυτικού

ΣΤΑΘΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ

Εξήντα πέντε χρόνια μετά τον τερματισμό του Πολέμου στην Ευρώπη, σαν σήμερα, στις 9 Μαΐου 1945, λίγοι θυμούνται εκείνα τα σχεδόν πέντε χρόνια των πολύνεκρων συγκρούσεων και της απάνθρωπης αγριότητας. Οι Σύμμαχοι, το στρατόπεδο της δημοκρατίας και της προόδου, είχαν νικήσει το μίασμα του ναζισμού που εξέφραζε η τότε Γερμανία. Δεν ήταν απρόβλεπτη η νίκη τους, μολονότι ως το φθινόπωρο του 1942 η πολεμική μηχανή του Χίτλερ είχε κατακτήσει την Ευρώπη από τις ακτές του Ατλαντικού ως τα περίχωρα της Μόσχας, και κυριαρχούσε στον αέρα και στις θάλασσες βυθίζοντας κατά μέσον όρο τρία στα πέντε πλοία που μετέφεραν στη Βρετανία πολεμικό υλικό, άνδρες και τρόφιμα από την Αμερική. Πώς συνέβη, λοιπόν, και κέρδισαν παρ΄ όλα αυτά οι Σύμμαχοι; Υπάρχουν πολλές απαντήσεις στο ερώτημα. Ο αριθμός τους μάλιστα αυξομειώνεται και αρκετές χάνουν τη σημασία τους με την πάροδο του χρόνου, καθώς πολλαπλασιάζονται οι ψύχραιμες αναλύσεις των ειδικών και βγαίνουν στην επιφάνεια απόρρητα έγγραφα και αρχεία του πολέμου.

Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια μεγάλος παράγων στην ήττα της χιτλερικής Γερμανίας θεωρήθηκε- ιδιαίτερα στη Γαλλία και στα Βαλκάνια- η Αντίσταση στην κατοχική Ευρώπη. Τα έγγραφα του ναζιστικού επιτελείου όμως αποκαλύπτουν ότι, στην πραγματικότητα, μόνον η δράση των παρτιζάνων στη Ρωσία και, πολύ λιγότερο, των ανταρτών στα Βαλκάνια τους ενοχλούσε.

Στα χρόνια της ψυχροπολεμικής έντασης και με την επιρροή που είχε η Αμερική στον διεθνή Τύπο και στα ΜΜΕ η νίκη εμφανιζόταν ως αποτέλεσμα αποκλειστικά σχεδόν της εισόδου της Αμερικής στον πόλεμο. Ανάλογη ήταν- και εξακολουθεί να είναι- η θέση της Μόσχας, αλλά τουλάχιστον οι Ρώσοι πρόβαλαν τον ρόλο τους κυρίως στη χώρα τους και σε κάθε περίπτωση ο Ερυθρός Στρατός ήταν εκείνος που συνέτριψε τη χιτλερική στρατιωτική μηχανή.

Τρεις είναι οι κύριοι παράγοντες της νίκης των Συμμάχων: Η αριθμητική υπεροχή τους σε άνδρες και σε υλικό. Η νίκη του Ερυθρού Στρατού στο Στάλινγκραντ και στο Κουρσκ. Και η ήττα του γερμανικού Ναυτικού στον Ατλαντικό, καθώς τα γερμανικά ναυπηγεία δεν μπόρεσαν να αντικαταστήσουν όσα βύθιζε η δράση του Βρετανικού και του Αμερικανικού Ναυτικού.

Η Γερμανία εξάλλου δεν μπόρεσε να αξιοποιήσει έρευνες και εφευρέσεις των εργαστηρίων της, όπως λ.χ. η μηχανή αεροπλάνων τζετ. Μόλις πρόλαβε στους τελευταίους μήνες του πολέμου να τοποθετήσει αυτή την «επαναστατική μηχανή» σε 12 μαχητικά της. Και υστερούσε εντυπωσιακά στον χώρο της κατασκοπείας και της αξιοποίησης πληροφοριών.
Αντίθετα προς ό,τι πίστευε το συμμαχικό στρατηγείο στο Λονδίνο, οι εκτεταμένοι και συνεχείς βομβαρδισμοί δεν είχαν σοβαρή ψυχολογική επίδραση στον γερμανικό πληθυσμό - όπως άλλωστε δεν είχαν και στους κατοίκους του Λονδίνου, ακόμη και όταν, το 1944, έγιναν στόχος των γερμανικών πυραύλων, των πρώτων που χρησιμοποιήθηκαν σε ευρεία κλίμακα.

Εκείνο που πέτυχαν οι βομβαρδισμοί ήταν να αναγκάζουν τους Γερμανούς να μετακινούν συνεχώς τα εργοστάσια της πολεμικής βιομηχανίας τους, πράγμα πολύ δύσκολο επειδή η έκταση της Γερμανίας είναι περιορισμένη και η μετεγκατάσταση των εργατών μέγα πρόβλημα. Ηταν αυτές ακριβώς οι δυσχέρειες που καθυστέρησαν την κατασκευή νέων μεγάλου βεληνεκούς πυραύλων- ο Βέρνερ Μπράουν, ο δημιουργός τους, μετέφερε τα σχέδια του στην Αμερική πέντε χρόνια αργότερα. Και σε αυτές οφείλεται η αποτυχία των γερμανών τεχνικών και ερευνητών να αναπτύξουν τις εργασίες τους για την ατομική ενέργεια.

Οι στρατιωτικοί αναλυτές έχουν καταλήξει στο ότι η κήρυξη του πολέμου ήταν τρέλα. Μια χώρα 70 εκατ. κατοίκων δεν θα μπορούσε να ανανεώσει τις ένοπλες δυνάμεις της έπειτα από τρία χρόνια συγκρούσεων. Ο Χίτλερ και οι στρατηγοί του δεν το αγνοούσαν αυτό, πίστευαν όμως ότι ο «κεραυνοβόλος πόλεμός» τους θα εξουδετέρωνε τον εχθρό το πολύ σε δύο χρόνια. Κάτι τέτοιο φάνηκε ότι θα μπορούσε να συμβεί με την κατάκτηση της Γαλλίας σε τρεις εβδομάδες.

ΤΑ ΛΑΘΗ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ

Η νίκη των Συμμάχων οφείλεται ως έναν βαθμό και... στον ίδιο τον Χίτλερ.Τα λάθη του ήταν κραυγαλέα. Είχε σχεδιάσει να εισβάλει στη Βρετανία μόλις κατακτούσε τη Γαλλία,αλλά δεν είχε εξασφαλίσει τη βενζίνη για τα τότε ελικοφόρα αεροπλάνα του και η εισβολή δεν έγινε ποτέ. Ηθελε να αποκτήσει το πετρέλαιο του Ιράκ αλλά αντί να εισβάλει στην Τουρκία από τη Βουλγαρία και την Ελλάδα όπου είχε βάσεις και από εκεί να προχωρήσει σχεδόν ανενόχλητος και «ελευθερωτής των μουσουλμάνων» προτίμησε να πάει μέσω Καυκάσου και μέσω Βόρειας Αφρικής.Η οροσειρά του Καυκάσου στάθηκε ανυπέρβλητο εμπόδιο στα μηχανοκίνητά του και στην αφρικανική έρημο οι δυνάμεις του Ρόμελ νικήθηκαν κατά κράτος.
Ο Χίτλερ επέμεινε να μην υποχωρήσει η στρατιά του φον Πάουλους από το Στάλινγκραντ με αποτέλεσμα να κατακρεουργηθεί από τα σοβιετικά πυρά και να παραδοθούν 90.000 επίλεκτοι. Σε αντίστοιχα τραγικές συνθήκες,ο Στάλιν και οι σοβιετικοί στρατηγοί του δεν δίσταζαν να υποχωρήσουν αφήνοντας ακόμη και οχυρωμένες θέσεις.


Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ


Δύο κορίτσια εορτάζουν το τέλος του Πολέμου στο Λονδίνο ανεμίζοντας τη βρετανική σημαία


Η απέραντη σε μέγεθος και σε ανθρώπινο υλικό Σοβιετική Ενωση ανανέωσε σχεδόν δίχως προβλήματα τα 5 εκατ.και πλέον που έχασε στους τέσσερις πρώτους μήνες του πολέμου.Ούτε και είχε πρόβλημα να μεταφέρει τις πολεμικές βιομηχανίες της πέρα από τα Ουράλια.Τα χιτλερικά έγγραφα μαρτυρούν την κατάπληξη των χιτλερικών αξιωματικών, όταν τον Αύγουστο του 1943 εμφανίστηκαν στο Κουρσκ 12 σοβιετικές μεραρχίες με στρατιώτες που πρωτοέμπαιναν σε μάχη,με νέου τύπου ατομικό οπλισμό καθώς και 3.500 τανκς μεγάλης ευελιξίας και τρομερής δύναμης πυρός.

Απέναντί τους ήταν στρατιώτες που πολεμούσαν συνεχώς στην πρώτη γραμμή επί 8-12 μήνες και 3.000 προβληματικά τανκς.Η μάχη- η μεγαλύτερη σύγκρουση μηχανοκινήτων- διήρκεσε ημέρες,οι απώλειες ήταν τρομακτικές και στις δύο πλευρές,αλλά τελικώς επιβλήθηκε η ποιότητα (τανκς) και η ποσότητα (άνδρες) του Ερυθρού Στρατού.

Η νίκη στο Κουρσκ έσπασε το Ανατολικό Μέτωπο του Χίτλερ και άνοιξε τον δρόμο στους Σοβιετικούς για το Βερολίνο.Αυτά επέτρεψαν στο αμερικανοβρετανικό στρατηγείο να κρίνει ότι «υπάρχουν σήμερα προϋποθέσεις αποτελεσματικής (απόβασης) στις γαλλικές ακτές» (στρατηγός Τζορτζ Μάρσαλ 22 Δεκεμβρίου 1943).Τον Ιούνιο του 1944 πραγματοποιήθηκε η απόβαση,ανοίγοντας δεύτερο μέτωπο στον Χίτλερ.Το τέλος του πολέμου ήταν πλέον απλώς ζήτημα χρόνου.

ΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ

Μία εβδομάδα πριν από τη λήξη του πολέμου στην Ευρώπη συναντήθηκαν στο Τοργκάου της Γερμανίας οι Αμερικανοί που έρχονταν από τα δυτικά και οι Σοβιετικοί από τα ανατολικά. Σήμερα οι δυο ανδρες της ιστορικής φωτογραφίας που έδωσαν τότε τα χέρια, ο Αλαν Γκιτζ της 1ης αμερικανικής στρατιάς Πεζικού και ο Γκαβρίλ Πατσουκόφ του 82ου ρωσικού συντάγματος Μηχανοκίνητων, υπέργηροι βετεράνοι τώρα, θα βρίσκονται στην εξέδρα των επισήμων στις τελετές της Μόσχας, παρακολουθώντας την παρέλαση των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων και των στρατιωτικών αγημάτων της Αμερικής, της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Πολωνίας.

Κυριακή 2 Μαΐου 2010

Πόσο αντισημίτης ήταν ο Μαρξ.

ΠΟΛΕΜΙΚΗ
Επανέκδοση του ιστορικού δοκιμίου για το «εβραϊκό ζήτημα», που είχε κυκλοφορήσει το 1932 με πρόλογο του Αβραάμ Μπεναρόγια, του εβραίου ιδρυτή της Σοσιαλιστικής Εργατικής Ομοσπονδίας Θεσσαλονίκης και ιδρυτικού μέλους του ΚΚΕ, και μετάφραση του Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου, τότε μαρξιστή και αριστερού, κατόπιν θεωρητικού της απριλιανής χούντας

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Π. ΜΑΛΟΥΧΟΣ

Κατάστημα στη Βιέννη με αντιεβραϊκά συνθήματα Για τους μαρξιστές όλου του κόσμου, ιδίως τους εβραίους, αυτό το κείμενο ήταν ένα «δηλητηριασμένο δώρο». Μια δοκιμασία για πολύ γερά νεύρα. Κι αυτό επειδή έπρεπε - κι ίσως ακόμη πρέπει- να αποδείξουν ότι δεν πρόκειται για ένα έξαλλο αντισημιτικό έργο, που όποιος άλλος και αν ήταν ο συγγραφέας του θα είχε κατακεραυνωθεί καθολικά, αλλά για κάτι διαφορετικό από εκείνο που σε πρώτη ανάγνωση φαίνεται. Η υπογραφή του Καρλ Μαρξ σε τοποθετήσεις σαν αυτή που ακολουθεί υπήρξε και παραμένει πραγματικός εφιάλτης για τους «αποστόλους» του:

«Οταν η κοινωνία θα επιτύχει να καταργήσει την εμπειρική φύση του ιουδαϊσμού, την εμπορική δηλαδή συναλλαγή και τις προϋποθέσεις της, ο εβραίος δε θα μπορεί να υπάρχει, γιατί η συνείδησή του δεν θα έχει πια αντικείμενο, γιατί η υποκειμενική βάση του ιουδαϊσμού, η πρακτική ανάγκη θα έχει πάρει ανθρώπινη κατεύθυνση, γιατί θα έχει εξαλειφθεί η σύγκρουση ανάμεσα στην ατομική και αισθητή ύπαρξη του ανθρώπου και στην ύπαρξή του ως γένος. Η κοινωνική χειραφέτηση του εβραίου είναι η χειραφέτηση της κοινωνίας απ΄ τον ιουδαϊσμό».

Με αυτές τις φράσεις, που ξεσήκωσαν σάλο στην εποχή τους και όχι μόνον, ο νεαρός διανοητής Καρλ Μαρξ τελείωνε το βιβλίο του Για το εβραϊκό ζήτημα. Ηταν φράσεις που οδήγησαν σε τέτοια κριτική εναντίον του, ώστε τον ακολουθούσε για όλη του τη ζωή. Ο Μαρξ, εβραίος και ο ίδιος, έγραψε αυτό το βιβλίο πολύ νέος, σε ηλικία μόλις 25 ετών. Την ώρα που για πρώτη φορά τυπωνόταν, στα γραπτά του δεν είχε ακόμη καν εμφανισθεί η λέξη προλεταριάτο, ούτε ο ίδιος μπορούσε να φανταστεί ποτέ την απήχηση του μεταγενέστερου έργου του στον κόσμο.
Ομως, πέρα από όλα αυτά, το βιβλίο του Μαρξ Για το εβραϊκό ζήτημα έχει πίσω του μια ούτως ή άλλως ιδιαίτερη ιστορία.
Ο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου όταν ήταν υπουργός Παιδείας της χούντας

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έναν διάλογο με τον γερμανό φιλόσοφο και θρησκειολόγο Μπρούνο Μπάουερ. Ο Μπάουερ ξεκίνησε συντηρητικός, έγινε ακραίος «αριστερός» και ξαναέγινε συντηρητικός στο τέλος της ζωής του. Ηταν εγελιανός, όπως άλλωστε και ο Μαρξ με τον οποίο είχε συνεργαστεί στην «αριστερή» περίοδό του. Το 1843 ο Μπάουερ έγραψε το βιβλίο Το εβραϊκό ζήτημα στο οποίο ο Μαρξ θέλησε να απαντήσει. Κι έτσι, γεννήθηκε το παρόν, πολύ σημαντικό, κείμενό του, όπως και Η Αγία Οικογένεια που έγραψε με τον Ενγκελς το 1844.
Ο Αβραάμ Μπεναρόγια σε φωτογραφία που είχε τυπώσει το ΚΚΕ το 1919 και την πωλούσε αντί μιας δεκάρας

 Οι πιστοί οπαδοί του Μαρξ ανά τον κόσμο προσπάθησαν παντοιοτρόπως να τον προστατεύσουν από την κατηγορία ότι είχε γράψει έναν αντιεβραϊκό λίβελλο. Ετσι φαίνεται να συνέβη και στην Ελλάδα, με την πρώτη έκδοση αυτού του βιβλίου το 1932, από τις Εκδόσεις Γκοβόστη, με πρόλογο του Αβραάμ Μπεναρόγια και σε μετάφραση και σχόλια του, εκείνα τα χρόνια μαρξιστή ακόμη, Θεοφύλακτου Παπακωνσταντίνου, του κατοπινού θεωρητικού της χούντας...
Ηταν αναμφίβολα μια ιστορική έκδοση για τις μαρξικές σπουδές στην Ελλάδα, από την οποία όμως... έλειπαν ορισμένα σημεία-κλειδιά του πρωτότυπου κειμένου. Οπως σημειώνει ο Γιώργος Ρούσης, επιμελητής της τωρινής επανέκδοσης και συγγραφέας της ιδιαίτερα εμπεριστατωμένης και εκτενούς εισαγωγικής μελέτης που τη συνοδεύει: «Μεταξύ αυτών, υπάρχει και ένα ιδιαίτερα σημαντικό για την όλη συλλογιστική του Μαρξ απόσπασμα: “Ποια είναι η εγκόσμια λατρεία του εβραίου; Το εμπόριο. Ποιος είναι ο γήινος θεός του; Το χρήμα”». Και ο Ρούσης συνεχίζει: «... η συγκεκριμένη παράλειψη μπορεί και να είχε ως στόχο να “προστατευθεί ο συγγραφέας”»...

Παρά το γεγονός ότι ο Μαρξ, μέσα από αυτό το κείμενο κατηγορήθηκε σκληρά για αντισημιτισμό, είχε κατηγορηθεί και για το ακριβώς αντίθετο, από τον ισχυρό «ανταγωνιστή» του στην πρώιμη φάση της διαμόρφωσης του σοσιαλιστικού κόσμου, τον «πατριάρχη» του αναρχισμού Μιχαήλ Μπακούνιν, ο οποίος υποστήριζε ότι ο σκοπός των αναλύσεων του Μαρξ ήταν «να μετατρέψει τους εργάτες σε Γερμανούς και εβραίους»...

Τελικά, ήταν ο Μαρξ αντισημίτης; Ουδείς μπορεί να απαντήσει με ασφάλεια.

Είναι θέμα ερμηνείας. Πάντως, για τον Μπεναρόγια, τον Ρούση και πολλούς άλλους μελετητές του Μαρξ, οι κατηγορίες αυτές είναι επιδερμικές και εντελώς ανυπόστατες. Είναι όμως χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εισαγωγική μελέτη του Ρούση που εξηγεί κατά την άποψή του το γιατί, για να το επιχειρήσει, καταλαμβάνει υπερδιπλάσιο αριθμό σελίδων από το ίδιο το κείμενο του Μαρξ που αναλύει και υπερασπίζεται...

ΤΟ ΕΚΑΨΕ ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΗΣ 4ΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

 Η ελληνική ιστορία του βιβλίου έχει τη δική της ιδιαίτερη διαδρομή. Ο οίκος Γκοβόστη, από το 1926 που ιδρύθηκε,ειδικεύτηκε στις μαρξιστικές και αριστερές εκδόσεις.Ο εκδότης Κώστας Γκοβόστης φυλακίστηκε από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, η οποία, όπως μας πληροφορεί ο Γιώργος Ρούσης,έκαψε δημόσια το στοκ των βιβλίων του κατά το πρότυπο των SS στην Μπέμπελ πλατζ του Βερολίνου.Αλλά και ο πρόλογος του Αβραάμ Μπεναρόγια στην έκδοση του 1932 είναι κι αυτός ένα πολύ σημαντικό κείμενο για την πορεία των μαρξικών μελετών στην Ελλάδα.Ο Μπεναρόγια ήταν, το 1908, ένας από τους ιδρυτές της Σοσιαλιστικής Εργατικής Ομοσπονδίας Θεσσαλονίκης,που έμεινε γνωστή ως Φεντερασιόν,αλλά και ιδρυτικό μέλος του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος το 1918, που εξελίχθηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος,ΚΚΕ.Σύμφωνα με τον Μπεναρόγια «Για τον Μαρξ λοιπόν το εβραϊκό ζήτημα είναι συνδεδεμένο αδιάρρηκτα με το κοινωνικό ζήτημα,η λύση του οποίου εμπεριέχει και τη λύση του εβραϊκού.Αυτή είναι η γενική ιδέα του έργου».Αποδίδει δε πολύ μεγάλη σημασία στο έργο επειδή «ο Μαρξ τον ιουδαϊσμό εννοεί όχι στο φυλετικό αλλά στο κοινωνικό του περιεχόμενο,δηλαδή στο εμπορομεσιτικό πνεύμα, που έχει επιβληθεί στους εβραίους και στους χριστιανούς και δέχεται ότι μόνο η απελευθέρωση της κοινωνίας από το πνεύμα αυτό θα απελευθερώσει χριστιανούς και εβραίους κοινωνικά. Στη θέση αυτή κρύβεται το έμβρυο του προλεταριακού διεθνισμού». Πρόκειται για μια θέση που,πάντως,δεν δικαιώθηκε στις χώρες του Υπαρκτού Σοσιαλισμού- το αντίθετο μάλιστα.

Για τον Μπεναρόγια όλο το ζήτημα είναι πώς θα απελευθερωθούν οι πάντες από τον καπιταλισμό και τίποτε άλλο.Ομως ο ίδιος ο Μαρξ μοιάζει να έχει αρκετά πιο περίπλοκες απόψεις: «Ο ιουδαϊσμός φτάνει στο απόγειό του με την τελειοποίηση της αστικής κοινωνίας. Αλλά η αστική κοινωνία φτάνει στο ανώτατο σημείο της τελειοποίησής της μέσα στον χριστιανικό κόσμο...

Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

Σφαγή του Κατίν

 Τότε που ο Στάλιν (με μόνο μία λέξη) έστειλε στον θάνατο 22.000 Πολωνούς

Αποχαρακτηρισμός απορρήτων για το Κατιν                                      

ΜΟΣΧΑ Με μια κίνηση συμβολικού χαρακτήρα, η Μόσχα αποχαρακτήρισε πλήρως και δημοσιοποίησε στο Διαδίκτυο μια σειρά άκρως απορρήτων μυστικών εγγράφων που επιβεβαιώνουν ότι η σφαγή του Κατίν, τον Απρίλιο του 1940, έγινε κατ΄ εντολή του ίδιου του Ιωσήφ Στάλιν. Ανάμεσα στα έγγραφα του «Πακέτου αρ. 1» όπως ονομάστηκε, βρίσκεται το κατ΄ εξοχήν πειστήριο του εγκλήματος. Πάνω σε μία επιστολή του τότε επικεφαλής της σοβιετικής μυστικής αστυνομίας ΝΚVD Λαβρέντι Μπέρια, στην οποία εισηγείται την εκτέλεση 22.000 πολωνών αιχμαλώτων πολέμου και μελών της πολωνικής ελίτ, ο Ιωσήφ Στάλιν σφραγίζει τη μοίρα τους με μία λέξη, γράφοντας απλώς: «Υπέρ».

Για « σταθερούς, αδιόρθωτους εχθρούς της σοβιετικής εξουσίας, που περιμένουν να απελευθερωθούν για να ενωθούν ενεργά με όσους μάχονται εναντίον της σοβιετικής ισχύος » κάνει λόγο ο Μπέρια στην επιστολή του, προτείνοντας στον Στάλιν να τους επιβληθεί « η θανατική ποινή,χωρίς οι καταδικασμένοι να δικαστούν και χωρίς να τους κοινοποιηθούν οι κατηγορίες εναντίον τους,ούτε τα στοιχεία που οδήγησαν στην καταδίκη τους ».

Επάνω στην επιστολή βρίσκονται οι υπογραφές του Στάλιν και άλλων τριών υψηλόβαθμων μελών του Κομμουνιστικού Κόμματος που προσυπογράφουν την πρόταση. Μ εταξύ των εγγράφων του «Πακέτου αρ. 1», τα οποία ήταν μέχρι πρότινος διαθέσιμα μόνο σε ειδικούς ερευνητές, βρίσκεται και μία επιστολή με ημερομηνία Μαρτίου 1959, όπου ο τότε επικεφαλής της υπηρεσίας πληροφοριών ΚGΒ Αλεξάντερ Σελέπιν προτείνει στον ηγέτη της Σοβιετικής Ενωσης Νικίτα Χρουστσόφ να καταστραφούν όλα τα αρχεία που αφορούν τη σφαγή του Κατίν, με εξαίρεση ελάχιστα από αυτά, προσθέτοντας ότι η επί χρόνια επίσημη σοβιετική εκδοχή, ότι δηλαδή οι Γερμανοί είχαν πραγματοποιήσει τις εκτελέσεις, « είχε εντυπωθεί βαθιά στη διεθνή κοινή γνώμη ».

Η συγκάλυψη έλαβε τέλος τώρα με απόφαση του Ντμίτρι Μεντβέντεφ . « Ολα τα βασικά έγγραφα δημοσιοποιήθηκαν. Υπάρχει ακόμη κάποιο υλικό που δεν έχουμε παραδώσει στους Πολωνούς.Εχω ήδη διατάξει τη δρομολόγηση αυτής της διαδικασίας. Ας μάθουν όλοι τι συνέβη, ποιος πήρε τις αποφάσεις, ποιος εκτέλεσε τις εντολές της δολοφονίας των πολωνών αξιωματούχων . Είναι καθήκον μας να διδαχτούμε από την Ιστορία » δήλωσε ο ρώσος πρόεδρος. Η πολωνική πλευρά χαιρέτισε την απόφαση της Μόσχας, χαρακτηρίζοντάς τη σημαντικό βήμα προς τη σύσφιξη των σχέσεων των δύο χωρών και την αποκατάσταση της αλήθειας. Η επί δεκαετίες άρνηση του Κρεμλίνου να παραδεχτεί τον πραγματικό ρόλο των Σοβιετικών υπήρξε αγκάθι στις σχέσεις μεταξύ Ρωσίας και Πολωνίας.




                                                                                                                             

                                                                                                                                                
                     

Δευτέρα 26 Απριλίου 2010

Διαφωτισμός – Ρομαντισμός: παράγοντες που διαμόρφωσαν τις αντιλήψεις των Ελλήνων για το παρελθόν

Οι Έλληνες στην προσπάθειά τους να διαμορφώσουν εθνική συνείδηση επικαλέστηκαν την Αρχαιότητα, απ’ όπου θα αντλούσαν τα στοιχεία που θα επιβεβαίωναν ότι είναι απευθείας απόγονοι των ένδοξων αρχαίων Ελλήνων. Μάλιστα, θεώρησαν ότι πολεμώντας τους Τούρκους συνέχιζαν τον αγώνα των προγόνων τους εναντίον της Περσικής βαρβαρότητας. Τους αρχαίους Έλληνες και τον πολιτισμό τους πρόβαλαν οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι της εκπαιδευτικής, εκδοτικής και πολιτιστικής κίνησης, η οποία ονομάστηκε, κατ’ αναλογία με τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Στο πλαίσιο αυτό οι ομάδες αυτές καλλιέργησαν τα ελληνικά γράμματα και αναβίωσαν την κλασική Αρχαιότητα διαμορφώνοντας ένα είδος προεθνικής συνείδησης, ίσως μια πρόδρομη μορφή της Μεγάλης Ιδέας, η οποία πρέσβευε τον «φωτισμό» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το ελληνικό πνεύμα και την αποκατάσταση της βυζαντινής συνέχειας.


Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός ορίζεται το πνευματικό κίνημα που εμφανίστηκε στα μέσα του 18ου αι. και το σύνολο των πνευματικών εκείνων και συνειδησιακών φαινομένων της νέας ελληνικής ιστορίας, όσα συμβαδίζουν με τη γενική προαγωγή του Ελληνισμού, και πριν από τη συνθήκη του Κιουτκούκ Καϊναρτζή, αλλά και, ιδίως, μετά, και των οποίων φυσική απόληξη πρέπει να θεωρήσουμε την Ελληνική Επανάσταση . Το κίνημα στηρίχθηκε στις μεταφράσεις των έργων του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, ενώ οι ριζοσπαστικές τάσεις και το ανερχόμενο αίτημα αυτού για δημιουργία έθνους – κράτους επηρέασαν τις πιο προοδευτικές τάσεις του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, όπως προκύπτει μέσα από το έργο του Ρήγα και του Κοραή. Ο Ρήγας Φεραίος (1757-1798) αποτελεί βασικό εκπρόσωπο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ο οποίος επηρεάστηκε σημαντικά από τη Γαλλική Επανάσταση και τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Στόχος του έργου του ήταν η εθνική αφύπνιση και η απελευθέρωση των Βαλκανίων. Ακόμη, οραματιζόταν την ίδρυση μιας δημοκρατίας με κυρίαρχο το ελληνικό στοιχείο, αλλά και την ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Π. Κιτρομηλίδη η συνάντηση με το κριτικό πνεύμα του Montesquieu καλλιεργεί στη συνείδηση του Ρήγα την αγάπη προς την ελευθερία και του υποβάλλει ως χρέος τη μετάφραση του Πνεύματος των Νόμων «προς όφελος του Γένους. Στο πλαίσιο αυτό το έργο του απέκτησε κατά κύριο λόγο πολιτικό χαρακτήρα. Ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833) με το σημαντικό σε όγκο έργο του βοήθησε περισσότερο από κάθε άλλο στο να ξεδιαλύνουν οι ριζοσπαστικές προθέσεις και στήριξε την ιδέα διεκδίκησης εθνικού κράτους και είχε την πεποίθηση ότι η ίδρυση ανεξάρτητης ελληνικής πολιτείας ήταν αποτέλεσμα παιδείας, εθνικής συνείδησης και πολιτικής πράξης.

Έτσι, το διανοητικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε η ιστορική σκέψη και μάλιστα η εθνική ιδεολογία είχε διαμορφωθεί πολύ πριν από την Επανάσταση του 1821 από τις ιδεολογικές επινοήσεις περί της Αρχαιότητας του Ελληνικού Έθνους που επεξεργάστηκαν οι φορείς του Νεοελληνικού Διαφωτισμού μέσα από τη επαφή τους με τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό (τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.). Στο πλαίσιο αυτό αναδείχθηκαν οι πολιτικές και φιλοσοφικές αξίες της ελληνικής κλασικής αρχαιότητας και καλλιεργήθηκε η νεοελληνική ιστορική συνείδηση και ταυτότητα. Μάλιστα, οι αρχαίοι Έλληνες και ο πολιτισμός του έγιναν το σταθερό σημείο αναφορών των Νεοελλήνων Διαφωτιστών. Κάτω από αυτές τις επιρροές οι Έλληνες ταυτίστηκαν περισσότερο με την πολιτισμένη Δύση και απομακρύνθηκαν από την «βαρβαρότητα» και την «τυραννία» της Ανατολής.

Η καθαρά ιστοριογραφική παραγωγή της εποχής του ελληνικού Διαφωτισμού εκτός από μεταφράσεις Ευρωπαίων ιστορικών, περιλαμβάνει και πρωτότυπα έργα, τα οποία αποκαλύπτουν τη θέση της ελληνικής ιστοριογραφίας απέναντι στο θέμα. Ανάμεσα στα πιο αξιόλογα αναφέρουμε: α) τα δύο έργα του Γρ. Παλιουρίτη: Επίτομη Ιστορία της Ελλάδας (Βενετία 1807) και Αρχαιολογία Ελληνική (Βενετία 1817). β) τα κεφάλαια που πρόσθεσε ο Δ. Αλεξανδρίδης στη δεύτερη έκδοση της μετάφρασης της Ιστορίας της Ελλάδας του Γκόλντσμίθ (Βιέννη 1807) και γ) το δοκίμιο Απολογία Ιστορικοκριτική (Τεργέστη 1814).

Συνεπώς, η ελληνική εθνική και ιστορική συνείδηση είχε πρωτίστως τις καταβολές τις στους λαμπρούς αρχαίους προγόνους. Όμως, η αναζήτηση της αδιάλειπτης συνέχειας και η αποκατάστασή της στην Αρχαιότητα, άφηνε απέξω μια ενδιάμεση μεγάλη ιστορική περίοδο, το Βυζάντιο. Σύμφωνα με τον Π. Κιτρομηλίδη η βυζαντινή πολιτεία και ιστορία, απαξιωμένη πλήρως τα χρόνια εκείνα στο λόγο των Ευρωπαίων και Ελλήνων διαφωτιστών ως εποχή σκοταδιστική , θεοκρατική και δεσποτική, θα παραμείνει μέχρι και τα μισά του 19ου στη σιωπή, χωρίς να συμπεριληφθεί στην ελληνική ιστορία: το Βυζάντιο, καθώς θεωρούνταν, σύμφωνα με τους δυτικούς και τους δυτικότροπους λόγιους, ότι ανήκει στη «βάρβαρη» Ανατολή, δεν θα μπορούσε να έχει καμία σχέση με τις αξίες και τα ιδεώδη που αντιπροσώπευε για τους Νεοέλληνες (και Ευρωπαίους) η κλασική Αρχαιότητα. Αυτή η στάση που στήριξαν οι εθνικοί ιστορικοί δεν έδειχνε συνάδει με την επιθυμία να διατρανωθεί η ιστορική συνέχεια του έθνους, καθώς η αποδοχή της νεοτερικής αντίληψης για τον ιστορικό χρόνο υποστήριζε τη γραμμική διαδοχή των ιστορικών περιόδων αποκλείοντας και απαξιώνοντας κάποιες βασικές από αυτές, όπως ήταν η μακεδονική και η βυζαντινή. Αυτό ήταν αποτέλεσμα του ότι θεωρούνταν εποχές παρακμής για το ελληνικό έθνος και υποδούλωσης σε δεσποτικά καθεστώτα, τα οποία είχαν καταλύσει τους φιλελεύθερους θεσμούς των αρχαίων ελληνικών πόλεων.

Το κίνημα του Ρομαντισμού εμφανίστηκε κατά τα τέλη του 18ου αι. και άνθησε κυρίως στα μέσα του 19ου αι. μέσα σε ένα κλίμα άνθησης των εθνικών ιδεών και σε μια περίοδο που ιδρύονταν τα εθνικά κράτη. Το κίνημα αυτό έθεσε στο επίκεντρο των ιδεολογικών ενδιαφερόντων την έννοια του έθνους και συνέβαλε καθοριστικά στη συγκρότηση του αντικειμένου και του προσανατολισμού της ελληνικής ιστοριογραφίας.

Ο ρομαντικός ιστορισμός αποτέλεσε το κυρίαρχο ιστοριογραφικό υπόδειγμα του 19ου αιώνα και επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τους θεμελιωτές της ελληνικής ιστοριογραφίας. Οι εμπνευσμένοι από το Ρομαντισμό ιστορικοί πίστευαν ότι η μελέτη του παρελθόντος έπρεπε να αποτελεί μέσο κατανόησης του παρόντος και πρόβλεψης του μέλλοντος. Ακόμη, πρέσβευαν ότι η αναφορά στο έθνος και στην ιστορία του δίνει νόημα στα φαινόμενα του παρελθόντος. Επιπλέον, στο πλαίσιο του ρομαντικού ιστορισμού, ερμήνευσαν τα ιστορικά γεγονότα χρησιμοποιώντας ως σταθερά το «έθνος», δηλαδή την αναλλοίωτη αρχή οργάνωσης των κοινωνιών. Έτσι, η ανθρώπινη ιστορία ταυτίστηκε με την εθνική ιστορία. Μάλιστα, διατυπώθηκε η άποψη ότι η μελέτη του Μεσαίωνα θα βοηθούσε στην ανακάλυψη της "ουσίας" του έθνους, η οποία ενσαρκώνεται στην "ψυχή του λαού" και είναι εμφανής μέσα από τις εκδηλώσεις των αγροτικών πληθυσμών. Συνεπώς, ο Ρομαντισμός έδωσε έμφαση στο Μεσαίωνα, και στο  Ελληνικό Βυζάντιο ,το οποίο είχε υποβιβαστεί από το Διαφωτισμό.

Η πρόσληψη του ελληνικού πολιτισμού από τη γερμανική επιστήμη τον 19ο αιώνα και ο αντίκτυπός της στις ελληνικές σπουδές


Η Γερμανία τον 19ο αιώνα έστρεψε το ενδιαφέρον της στον αρχαίο ελληνικό κόσμο προκειμένου να εξυπηρετήσει πολιτικές σκοπιμότητες.Με τον τρόπο αυτό επηρέασε την ιστορική έρευνα.Αυτό προκύπτει μέσα από το μεγάλο αριθμό μελετών που παρουσιάζουν την αρχαία ελληνική ιστορία στα γερμανικά

Για τους Γερμανούς η αρχαία Ελλάδα αντικατόπτριζε ύψιστο παράδειγμα ελευθερίας και διατήρησης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε πόλης – κράτους. Τα γερμανικά κρατίδια έβλεπαν στη συσχέτισή τους με τον αρχαιοελληνικό κόσμο τη δυνατότητα να ενοποιηθούν σε ενιαίο εθνικό κράτος και να διαμορφώσουν τη γερμανική εθνική συνείδηση. Αυτή η πολιτική και εθνική ανάγκη των Γερμανών τους οδήγησε στην επανεξέταση του θέματος γύρω από τη θέση της ελληνικής αρχαιότητας. Για το λόγο αυτό επικαλέστηκαν τις πόλεις κράτη πριν από τον 4ο αιώνα και τη Μάχη στη Χαιρώνεια (338 π.Χ.).Οι πόλεις αυτές διατηρούσαν την αυτονομία τους συναποτελώντας ταυτόχρονα το κοινό ελληνικό έθνος. Έτσι και οι Γερμανοί επιδίωκαν την ένωση των μικρότερων κρατιδίων τους κάτω από μια κοινή ηγετική δύναμη. Πολλοί Γερμανοί μελετητές ασχολήθηκαν με την ελληνική ιστορία με αποτέλεσμα να εκδοθούν πολυάριθμα συγγράμματα σχετικά με την ελληνική ιστορία και να γίνει τελικά η διάκριση ανάμεσα στην κλασική φιλολογία και την αρχαία ιστορία. Σύμφωνα με τον Morris το παράδειγμα του ελληνικού πολιτισμού  ήταν η αιτία που απέδωσε φαινόμενο στο στόχο της γερμανικής ηγεσίας να αντιμετωπίσει τη γαλλική και πολιτική υπεροχή. Η Γερμανία στηριζόταν στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, ενώ αντίστοιχα η Γαλλία ήταν στραμμένη στην αρχαία Ρώμη, της οποίας πίστευε ότι αποτελούσε συνέχεια.

Ανάμεσα στους πρώτους διανοούμενους που έστρεψαν τη μελέτη τους στα κλασικά γράμματα ήταν ο Μαρτίνος Κρούσιος (15ος -16ος αι.). Δίδαξε τόσο στα αρχαία όσο και στα νέα ελληνικά και άνοιξε το δρόμο για πολλούς Γερμανούς επιστήμονες. Ένας από αυτούς τους μελετητές ήταν ο Κάρολος Κρουμπάχερ, ο οποίος με το έργο του θέλησε να δείξει ότι η μεσαιωνική ελληνική γραμματεία δεν συνιστούσε απλά και μόνο ένα παράρτημα της αρχαιότητας. Υποστηρίζοντας τη μακραίωνη συνέχεια των Ελλήνων αντιτάχθηκε στα όσα διατύπωσε ο Ιάκωβος Φίλιππος Φαλμεράγιερ, ο οποίος πίστευε ότι οι Έλληνες έχουν πάψει να υπάρχουν από την πρώτη μετά Χριστόν Χιλιετηρίδα και την κάθοδο των Σλάβων και των Αλβανών. Ακόμη, στο πλαίσιο της μελέτης του συνέβαλε στο να καταστούν αυτόνομες οι Βυζαντινές σπουδές. Μάλιστα, υπήρξε ο ιδρυτής του κλάδου των Βυζαντινών σπουδών. Άλλοι διανοούμενοι που μελέτησαν τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό ήταν ο A. Elissen και ο W. Wagner.

Οι Γερμανοί διανοούμενοι του 19ου αιώνα λειτούργησαν καθοριστικά στην επικράτηση του ελληνικού πολιτισμού ως μοναδικού στην παγκόσμια ιστορία. Μάλιστα συνέβαλαν καταλυτικά στην αναγνώριση του ως κοιτίδα για τον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πολιτισμό. Η συστηματική δε μελέτη της κλασικής αρχαιότητας την κατέστησε ως τη βάση της γερμανικής εθνικής εκπαίδευσης. Στο πλαίσιο όλων αυτών δημιουργήθηκε η επιστήμη της αρχαιογνωσίας, η οποία καθιερώθηκε στην Ελλάδα μέσα από τις φιλολογικές σπουδές και τα σχολικά βιβλία. Ακόμη, η επιρροή των Γερμανών υπήρξε ουσιαστική όχι μόνο για την ιστορία και την ποίηση, αλλά και για την αρχιτεκτονική, τη θρησκεία, τη λαογραφία, τη φιλολογία και τα εκπαιδευτικά προγράμματα των ανθρωπιστικών επιστημών.

Η επικράτηση του ρομαντισμού κατά τον 19ο αιώνα έκανε κυρίαρχες τις έννοιες του λαού και του έθνους, οι όποιες την περίοδο αυτή ταυτίζονταν. Για τη Δυτική Ευρώπη η μελέτη του ελληνικού λαϊκού πολιτισμού εξυπηρέτησε σε αυτή τη χρονική στιγμή εθνικά και πατριωτικά ζητήματα. Ωστόσο, για την Ελλάδα τα πράγματα ήταν διαφορετικά, καθώς η μελέτη αυτή αποσκοπούσε στον καθορισμό του ιδεολογικού και ιστορικού μέλλοντος του νέου κράτους. Από αυτή τη μελέτη προέκυψε η επιστήμη της λαογραφίας. Η επιστήμη αυτή αρχικά επεδίωκε να διατυπώσει περίτρανα και να επιβεβαιώσει την καταγωγή των νεότερων Ελλήνων από τους αρχαίους. Στη συνέχεια, και αφού διατράνωσε την αδιάλειπτη συνέχεια των Ελλήνων από την Αρχαιότητα, άρχισε να κινείται περισσότερο ελεύθερα. Θεμελιωτής και ιδρυτής αυτής της νέας επιστήμης ήταν ο Νικόλαος Πολίτης.







































Κυριακή 25 Απριλίου 2010

Σινικό Τείχος.


Το Σινικό τείχος, είναι μια κινεζική οχύρωση που χτίστηκε από το τέλος του 14ου αιώνα μέχρι την αρχή του 17ου αιώνα, κατά τη διάρκεια της δυναστείας Μινγκ, προκειμένου να προστατευθεί η Κίνα από τις επιδρομές από τις μογγολικές και τουρκικές φυλές. Η δόμησή του στη σημερινή μορφή προηγήθηκε από διάφορα άλλα τείχη που χτίστηκαν από τον 3ο αιώνα π.Χ. ενάντια στις επιδρομές των νομαδικών φυλών που προέρχονται από τις περιοχές που ανήκουν σήμερα στη Μογγολία και τη Μαντζουρία. Το τείχος εκτείνεται σε μήκος 8.851,8 χλμ, σύμφωνα με πρόσφατη μέτρηση, αποτελώντας το μεγαλύτερο σε διαστάσεις ανθρώπινο οικοδόμημα.
Το πρώτο σημαντικό τείχος της Κίνας χτίστηκε κατά τη διάρκεια του πρώτου αυτοκράτορα της βραχύβιας Δυναστείας Τσιν. Αυτό το τείχος δεν κατασκευάστηκε ενιαία, αλλά μάλλον δημιουργήθηκε με την ένωση διάφορων προϋπαρχόντων τειχών που είχαν χτιστεί από τα κράτη της περιοχής. Βρισκόταν δε πολύ βορειότερα από το σημερινό τείχος, και έχουν βρεθεί πολύ μικρά υπολείμματα από αυτό.


Στη συνέχεια συνεχίστηκαν οι προσπάθειες προστασίας της περιοχής και υπήρξαν συνολικά τέσσερα τείχη:
1.)208 π.Χ. (Δυναστεία Τσιν)
2.)αιώνας π.Χ. (Δυναστεία Χαν)
3.)1138 - 1198 (Περίοδος των πέντε δυναστειών και των δέκα βασιλείων)
4.)1368-1620 (Από τον Αυτοκράτορα Χονγκού μέχρι τον Αυτοκράτορα Γουαν Λι της δυναστείας Μινγκ)

To τείχος που μπορεί να δει κανείς σήμερα χτίστηκε κατά τη διάρκεια της δυναστείας Μινγκ, σε πολύ μεγαλύτερη έκταση από τα παλαιότερα τείχη και με τη χρήση υλικών μεγαλύτερης αντοχής. Ο αρχικός σκοπός του τείχους δεν ήταν να κρατηθούν έξω οι εισβολείς, αλλά να εξασφαλιστεί ότι οι ημι-νομαδικές φυλές του βορρά δεν θα μπορούσαν να το διασχίσουν με τα άλογά τους ή να επιστρέψουν εύκολα μετά από κάποια επιδρομή τους.
Κάθε πύργος έχει τουλάχιστον οπτική επαφή με τον προηγούμενο αλλά και με τον επόμενο, ώστε σε περίπτωση επίθεσης να γίνεται ορατή η φρυκτωρία και έτσι να μεταδίδεται από πύργο σε πύργο το μήνυμα μέχρι το Πεκίνο.

Υλικά κατασκευής


Τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν στην κατασκευή του τείχους ήταν τα εκάστοτε διαθέσιμα στην κάθε περιοχή. Κοντά στο Πεκίνο το τείχος κατασκευάστηκε από ασβεστόλιθο. Σε άλλες θέσεις το διαθέσιμο οικοδομικό υλικό ήταν εξορυγμένος γρανίτης ή πυρότουβλο. Όπου βρίσκονταν τέτοια υλικά, αρχικά χτίζονταν δύο παράλληλοι τοίχοι και ο ενδιάμεσος χώρος γέμιζε με αδρανή υλικά. Σε ορισμένες περιοχές τα υλικά κατασκευής συγκολλούνταν με ένα κολλώδες μείγμα ρυζιού και ασπραδιού αυγών. Στις ακραίες δυτικές θέσεις, σε περιοχές γεμάτες ερήμους και ανεπαρκή οικοδομικά υλικά, ο τοίχος κατασκευαζόταν από απορρίμματα που τοποθετούνταν ανάμεσα σε κομμάτια ξύλου.


Το τείχος από το διάστημα



Παραπομπές


1.↑ Πολύ μακρύτερο από ό,τι είχε εκτιμηθεί αποδεικνύεται το Σινικό Τείχος. in.gr (20/04/09) (ανακτήθηκε 22/04/2009 )
2.↑ Το Σινικό Τείχος δεν φαίνεται από το Διάστημα, παραδέχεται επιτέλους το Πεκίνο. in.gr (13/03/04) (ανακτήθηκε 22/04/2009 )
Μέγα Σινικό ΤείχοςΣχετικά με το τείχος από το www.travelchinaguide.com
Ειδήσεις από το CBC.ca News: "Το Σινικό τείχος δεν είναι ορατό από το διάστημα δηλώνει Κινέζος αστροναύτης"
Σινικό τείχος. Από το www.beijingservice.com